|
Les poètes de sept
ans
" Les poètes de
sept ans " est le neuvième texte
des poésies qui suivent
le cahier de
Douai.
Et la Mère, fermant
le livre
du devoir,
S'en allait
satisfaite et très fière, sans voir,
Dans les yeux bleus
et sous le front plein d'éminences,
L'âme de son enfant
livrée
aux répugnances.
Tout le jour il
suait d'obéissance ; très
Intelligent ;
pourtant
des tics noirs, quelques traits
Semblaient prouver
en lui d'âcres hypocrisies.
Dans l'ombre des
couloirs
aux tentures moisies,
En passant il tirait
la langue, les deux poings
A l'aine, et dans
ses yeux fermés voyait des points.
Une porte s'ouvrait
sur
le soir : à la lampe
On le voyait,
là-haut,
qui râlait sur la rampe,
Sous un golfe de jour
pendant du toit. L'été
Surtout, vaincu,
stupide,
il était entêté
A se renfermer dans
la fraîcheur des latrines :
Il pensait là,
tranquille et livrant ses narines.
Quand, lavé des
odeurs
du jour, le jardinet
Derrière la maison,
en hiver, s'illunait,
Gisant au pied d'un
mur, enterré dans la marne
Et pour des visions
écrasant son oeil darne,
Il écoutait
grouiller
les galeux espaliers.
Pitié ! Ces enfants
seuls
étaient ses familiers
Qui, chétifs, fronts
nus, œil déteignant sur la joue,
Cachant de maigres
doigts jaunes et noirs de boue
Sous des habits
puant l
a foire et tout vieillots,
Conversaient avec
la
douceur des idiots !
Et si, l'ayant
surpris
à des pitiés immondes,
Sa mère s'effrayait
; les tendresses, profondes,
De l'enfant se
jetaient
sur cet étonnement.
C'était bon. Elle
avait
le bleu regard, - qui ment !
A sept ans, il
faisait des romans, sur la vie
Du grand désert, où
luit la Liberté ravie,
Forêts, soleils,
rives,
savanes ! - Il s'aidait
De journaux illustrés
où, rouge, il regardait
Des Espagnoles rire
et des Italiennes.
Quand venait, l'œil
brun,
folle, en robes d'indiennes,
- Huit ans - la
fille
des ouvriers d'à côté,
La petite brutale,
et
qu'elle avait sauté,
Dans un coin, sur
son dos
en secouant ses
tresses,
Et qu'il était sous
elle,
il lui mordait les fesses,
Car elle ne portait
jamais
de pantalons ;
- Et, par elle
meurtri
des poings et des talons,
Remportait les
saveurs
de sa peau dans sa chambre.
Il craignait les
blafards dimanches de décembre,
Où, pommadé, sur
un
guéridon d'acajou,
Il lisait une Bible
à la tranche vert-chou ;
Des rêves
l'oppressaient
chaque nuit dans l'alcôve.
Il n'aimait pas Dieu
;
mais les hommes,
qu'au soir fauve,
Noirs, en blouse,
il
voyait rentrer dans le faubourg
Où les crieurs, en
trois roulements de tambour,
Font autour des
édits
rire et gronder les foules.
- Il rêvait la
prairie
amoureuse, où des houles
Lumineuses,
parfums
sains,
pubescences d'or,
Font leur remuement
calme et prennent
leur essor !
Et comme il
savourait
surtout les sombres choses,
Quand, dans la
chambre
nue aux persiennes closes,
Haute et bleue,
âcrement
prise d'humidité,
Il lisait son roman
sans cesse médité,
Plein de lourds
ciels ocreux
et de forêts noyées,
De fleurs de chair
aux bois sidérals déployées,
Vertige,
écroulements,
déroutes et pitié !
- Tandis que se
faisait la rumeur du quartier,
En bas, - seul, et
couché
sur des pièces de toile
Écrue, et
pressentant violemment la voile !
|
Ποίημα
Οι ποιητές των επτά ετών
"Οι ποιητές των επτά
ετών" είναι το ένατο ποιητικό κείμενο που ακολουθεί μετά «Το Τετράδιο
του Douai».
Και η Μητέρα, κλείνοντας τις εργασίες στο συρτάρι,
έφυγε πολύ ικανοποιημένη κι
υπερήφανη, χωρίς να πάρει καν χαμπάρι,
μες στα γαλανά ματάκια κάτω απ’ του μετώπου τις εκφραστικές ρυτίδες,
που η ψυχή του βλασταριού της παραδίδονταν στις καταιγίδες.
Όλη την ημέρα ίδρωνε μ’ υπακοή
΄ ήτανε πολύ
ευφυής ΄ κείνοι οι σκιώδεις μορφασμοί,
ήτανε σημάδια
που έδειχναν ποτάμι υποκρισίες.
Τις κρυφές του διάδρομου τις νοτερές
γωνίες,
περιδιάβαινε, έβγαζε τη γλώσσα, σφίγγοντας
στη μέση τις γροθίτσες,
μέχρι τα κλειστά ματάκια να ιδούν τελίτσες.
Απ' την ανοιχτή την πόρτα στο σκοτάδι: με το φως της λάμπας
θα τον δείτε, εκεί, γλιστρώντας
πάλι από τη ράμπα,
ή για ένα του πρωινού παιχνίδι κρεμασμένο απ’ το ταβάνι. Το καλοκαιράκι
πάλι, νικημένος, χαζεμένος,
επιμένει
κλειδωμένος στη δροσιά του μπάνιου:
διαλογίζεται, ήσυχος σκαλίζοντας τη μύτη.
Κι όταν, καθαρό απ’ τις
μυρωδιές της μέρας, το αίθριο
πίσω από το σπίτι, το
χειμώνα, φεγγαρολουζόταν,
στηριγμένο στα ριζά του τοίχου, μες σ’ αγριοτριανταφυλλιές θαμμένο
και κατάλληλο για οράματα, που εκρήγνυνται στο
μάτι του το θολωμένο,
που άκουγε να θροΐζουν στις συστάδες
τα δεντράκια.
Κρίμα! Αυτά μονάχα τα παιδάκια είχε φιλαράκια
Που, μπασμένα, ασκεπή, με κατακόκκινο
όμμα,
Κρύβοντας λεπτά δάχτυλα κιτρινόμαυρα
απ’ τη βρώμα
φόραγαν λερά ρούχα γερόντων,
ομιλώντας με ευγένεια ηλίθιων
όντων!
Και έχοντας γεμίσει λύπες
βρωμερές,
τη μητέρα τρόμαζε ΄ οι ευαισθησίες
οι μπόλικες,
Του παιδιού όρμαγαν σ' αυτή
την εμπειρία.
Ήτανε καλή. Είχε γαλανά μάτια κι αυτή, που ‘λέγαν παραμύθια!
Στα χρόνια τα επτά του, γράφει μυθιστόρημα για τη ζωή τη μεγάλη την ερημική, όπου
λάμπει Λευτεριάς πνοή
Για τα δάση, ήλιους, ποταμιές, σαβάνες! Τον βοηθούσαν τα περιοδικά μ' εικόνες,
όπου κοκκινίζοντας κοιτούσε
γελαστές Σπανιόλες κι Ιταλιάνες
Όταν έρχονταν, καστανομάτα, εντελώς τρελή, μ’ένα φουστάνι σαν Ινδιάνα
- και χρονών οκτώ–των εργατών κορίτσι
δίπλα,
κείνη η μικροκαμωμένη αγροίκα, που πηδούσε σαν τη γάτα,
στις γωνίες,
πάνω στη δική του την πλατούλα,
αναδεύοντας ατίθασα πλεξούδια,
κι ήταν κάτω της, της
δάγκωνε τα μπούτια,
γιατί αυτή ποτέ δεν φόραε
παντελόνι ΄μαυρισμένος με γροθιές
κι με τακούνια
κέρδιζε της σάρκας αίσθησες μες
στο σεντόνι.
Έτρεμε χλωμές τις
Κυριακές Δεκέμβρη,
που σαν λαδωμένος ποντικός, πάνω σε βάθρο από ακαζού,
διάβαζε μια Βίβλο απ'έξω χρώμα λάχανου΄
Καταπίεζε όνειρα κάθε βράδυ στο
κρεβάτι.
Δεν αγάπαγε πια το Θεό, μα τους άντρες, που τις καστανόξανθες βραδιές,
μαυριδεροί, με φόρμα εργάτη, έβλεπε να
επιστρέφουν στο προάστιο,
ή τους φωνακλάδες, που με τύμπανο,
περιγελούσαν διαταγές και συνταράσσαν
τους γειτόνους.Ονειρεύονταν ερωτευμένα τα λιβάδια, όπου φούσκες φωτεινές, υγιείς ανάσες,
φουντωτοί κλέφτες χρυσοί αιωρούνταν νηφάλιοι, που απ' την πτήση τους ευδαιμονούσαν !
Κι έτσι ηδονιζότανε σε σκοτεινά λημέρια,
όταν, στο γυμνό δωμάτιο με κλειστά τα παραθύρια,
το ψηλό,γαλαζωπό, σαν νοτερή αμαρτία,
διάβαζε ρομάντζο αφοσιωμένος ατελείωτα
κι ήτανε γεμάτο με βαριά ωχρά
ουράνια , δάση αμείωτα,
σκεπασμένα με νιφάδες
αστρικές λαγκάδια,
ίλιγγος, κατολισθήσεις, περιπλάνηση και οίκτου χάδια!Κι όσο γίνονταν σούσουρο απ' τους γειτόνους,
Κείνος στο ισόγειο μόνος,
ξαπλωμένος πάνω σε κομμάτια από σεντόνι
βρώμικα να ψάχνει νά 'βρει επειγόντως μια
βαρκούλα με
πανί μες στο σαλόνι!
|