Αν ήσουν ενώπιόν μου
Δε θα το γλύτωνες το χαστούκι!
Κι ας μη μου ξαναμιλούσες!
Κι ας μη με ξαναγαπούσες!
Κι ας μη με ξανασκεφτόσουν ΠΟΤΈ!
Κι ας σάπιζε το χέρι μου απ' τη ρίζα,
Που πόνεσα αυτόν, που τη ζωή μου
Ξαναγέννησε πιο θαλερή, πιο ωραία, έστω για λίγο...
Έστω για λίγο παραπάνω από μια αιωνιότητα...χα!
Τα νύχια μου θα σου χάραζαν με μανία το πρόσωπο...
Το πρόσωπο, που όποια όψη κι αν πάρει είναι για μένα
Ιερόσυλα κάτι σαν τέμπλο εκκλησίας,
Σαν ο δικός μου θεός, που μ' έκανε να προδώσω τον Άλλον...
Θα γρονθοκοπούσα μ' όλη τη δύναμη να το αποτελειώσω
Αυτό το πονεμένο σκυφτό σώμα, που είναι η σκιά της ύπαρξής μου,
Που είμαι το χαμένο κομμάτι απ' το πλευρό του...
Αυτό το ατελές σώμα, που μου ξέφυγε ανεπιστρεπτί...
Πριν να προλάβω να το αφομοιώσω...γιατί...ΓΙΑΤΊ!
Γιατί εγώ σε φόρεσα μέσα μου σαν την
Καινούργια επιδερμίδα της ψυχής μου...
Κι εσύ, δειλέ, με ονόμασες ξένη, κι έκανες δικιά σου τη σιωπή...
Δε θα το γλύτωνες το χαστούκι!
Κι ας μη μου ξαναμιλούσες!
Κι ας μη με ξαναγαπούσες!
Κι ας μη με ξανασκεφτόσουν ΠΟΤΈ!
Κι ας σάπιζε το χέρι μου απ' τη ρίζα,
Που πόνεσα αυτόν, που τη ζωή μου
Ξαναγέννησε πιο θαλερή, πιο ωραία, έστω για λίγο...
Έστω για λίγο παραπάνω από μια αιωνιότητα...χα!
Τα νύχια μου θα σου χάραζαν με μανία το πρόσωπο...
Το πρόσωπο, που όποια όψη κι αν πάρει είναι για μένα
Ιερόσυλα κάτι σαν τέμπλο εκκλησίας,
Σαν ο δικός μου θεός, που μ' έκανε να προδώσω τον Άλλον...
Θα γρονθοκοπούσα μ' όλη τη δύναμη να το αποτελειώσω
Αυτό το πονεμένο σκυφτό σώμα, που είναι η σκιά της ύπαρξής μου,
Που είμαι το χαμένο κομμάτι απ' το πλευρό του...
Αυτό το ατελές σώμα, που μου ξέφυγε ανεπιστρεπτί...
Πριν να προλάβω να το αφομοιώσω...γιατί...ΓΙΑΤΊ!
Γιατί εγώ σε φόρεσα μέσα μου σαν την
Καινούργια επιδερμίδα της ψυχής μου...
Κι εσύ, δειλέ, με ονόμασες ξένη, κι έκανες δικιά σου τη σιωπή...
