Σαν το κούτσουρο
Σαν το καμένο άγαρμπο κούτσουρο, που είδα στην ακτή...
Τεράστιο, άγαρμπο, σε στάση εμβρύου...
Να το στεφανώνει το κύμα.
Ολομόναχο
Μουλιασμένο απ' την άλμη, υγρό,
Διαβρωμένο απ' την ερημιά, αποκρουστικό, σκοτεινό.
Θελκτικό για τα δήθεν μυστικά του
Ευάλωτο να το κουρσέψεις
Απλά με μια δρασκελιά...
Έτσι αισθάνομαι...

