Παραπλανήθηκε, αγνοούσε εξάλλου τις κρίσεις ειλικρίνειάς του. Τις θεωρούσε κάλπικες και δεν τις πρόσεχε. Της άρεσαν τα παραμύθια.
Την καταβρόχθιζε όπως πολλές άλλες αχόρταγος. Κάποια από αυτές αυτοκτόνησε, σε μια καινούρια έβλεπε να ξεδιπλώνεται η επανάληψη της ιστορίας της, τόσο που της ερχόταν να την ταρακουνήσει, μπας και ξυπνήσει.
Ήξερε, ωστόσο, πως δε θα είχε αποτέλεσμα. Ο καθένας ακολουθεί το κάρμα του. Ας πούμε, ο εαυτός της: τι λόγο είχε που δεν τον εξαφάνιζε, επιτέλους, απ' το κάδρο της; Για εκδίκηση, για ανάθεμα; Ίσως να πιάσουν οι κατάρες της, μα όπως λένε, για κάθε ξόρκι η στρίγγλα βάζει ενέχυρο και λίγο απ' την ψυχή της. Κι ύστερα, τι θα της απομείνει;
Ίσως μια άσχετη με την υπόθεση ανάμνηση μιας άνοιξης, άδολης, που ένιωσε για πρώτη φορά ερωτευμένη κι ευτυχισμένη γυναίκα. Χωρίς διαστροφές κι ανάγκη για εκδίκηση. Χωρίς μίσος. Γυμνή στο φως μιας μεγάλης αθωότητας. Νόμισε τότε πως η πηγή του φωτός ήταν ο Άλλος. Και τον αγάπησε. Σύντομα κατάλαβε πως η ίδια εξέπεμπε το φως. Ο Άλλος ήταν σκοτεινός, καταβόθρα φωτός, σκουλικότρυπα στο σύμπαν της. Της έμαθε πώς να περνά σε άλλη διάσταση. Δεν υπήρξε τότε -κι ίσως ακόμα- αρκετά δυνατή να το παραδεχτεί. 'Ομως ο σκοτεινός της έδωσε μια διέξοδο και γι' αυτό του ήταν ευγνώμων.
Ο προδότης της στέρησε τη διέξοδο που επιτέλους δημιούργησε μόνη της, έσβησε και το φως της. Την έκανε σκοτεινή καταβόθρα, σαν τον Άλλον.