Καλώς ήλθατε!

Καλώς ήλθατε!

Monday, 1 August 2011

ΟΡΓΗ ΓΑΙΑΣ


Σκέπω μες στα φουστάνια τα παιδιά μου
Νυχοπατώ μη μου τα βρουν κρυμμένα
Ωρύομαι  με νύχια ματωμένα
Και ολολύζω για τα πεθαμένα

Μ’ άγρια φωνή κραυγάζω στη Σελήνη
Γιατί στο αίμα μου τον Κάιν και τον Άβελ
Άσπονδους γιους διδύμους να μου στείλει
Τις νύχτες που τους πόθους ξεδιψούσα

Βία κι αγνότη πώς να συνταυτίσω
Ορμέμφυτες  μες στα γεννήματά μου
Πώς το καλό να μην το αδικήσω
Αν με μανία δεν το υπερασπίσω

Πύρινες γλώσσες φτύνει η ματιά μου
Μισώ ναι, εγώ η μάνα που γεννάει
Τους παιδοκτόνους εισβολείς σκοτώνω
Εκδίκηση μες απ’ τη γη φυτρώνω

Η τρυφερή φιλότιμη παρθένα
Ανάγκας είναι αιμοσταγής εταίρα
Δικέφαλη άτεγκτη στην τιμωρία
Όσων σ’ εκείνη δεν ποιούν τιμή και μνεία.
  

ΘΗΛΥΚΟΣ ΠΟΘΟΣ


Ω! Τον θέλει  τόσο βίαια και επιτακτικά
Σαν  ο ουρανός βάφεται πορφυρός το δείλι
Φαντασιώνεται τα χείλη του τα απαλά
Τα δάχτυλά  στης ρόγας  το σταφύλι

Την σπρώχνει , την ορίζει σαν την πυρκαγιά
Βαθιά στα δάση της που εστίες κρύβει
Τα πόδια της ανοίγει κι  είναι  λαίλαπα
Που οποιαδήποτε αξία έχει τη συντρίβει

Δεν ένιωσε ποτέ παραμικρή ενοχή
Από του Έρωτος δονείται  παρουσία
Θέλει  να της προσφέρει , αιφνίδια βροχή,
Στου αιδοίου το βωμό σπονδή τη συνουσία

Όσο εισβάλλει αίφνης εκπυρσοκροτούν
Πυροτεχνήματα οι τερπνοί οργασμοί του
Σε έντονες ηδονές πώς την καθοδηγούν
Τα πεινασμένα του φιλιά και η ορμή του

Επιθυμεί λάγνο παιχνίδι  να γευτεί
Να κορυφώσει την ικανοποίησή του
Χανούμισσα και γκέισα ν’ αναδειχτεί
Μαστόρισσα αεί στην κάψα του κορμιού του


ΡΗΜΑΤΑ


Έλαβα
 Πόνεσα
  Πάλεψα
   Έδωσα
    Έκανα
     Γέννησα
      Έψαξα
       Ψάχτηκα
        Λάτρεψα
         Ζήλεψα
          Μίσησα
           Μίλησα
             Σιώπησα
              Ένιωσα
                Χάρηκα
                  Έκλαψα
                    Θρήνησα
                      Πόθησα
                         ΕΖΗΣΑ!

ΑΨΙΘΥΜΙΑ

Υπέρ το δέον εμφορούμαι
Της  επιθυμίας της αληθείας
Πολλάκις εξοκέλλω προπετώς
Να ομιλώ ειλικρινώς σ’ εσένα
Ελλοχεύει είτε εγκατάλειψη
Είτε αποκαρδιωτική σιωπή…
Παρελθέτω απ’ εμού  το πάθος
Εξάγγελος κακών δεν είμαι
Πασιφανής η αδυναμία μου
Να περισώσω την εύνοιά σου
Πιθανώς  απεργάζεσαι δε
Εκδίκηση κι εξόντωσή μου
Η αντίδρασή σου λυδία λίθος
Για τον περίφημο έρωτά σου
Παλινωδείς  και με πληγώνεις
Ενώ εξ απαλών ονύχων
Μου έλεγες πως σε γαληνεύω
Οδυνηρά εκ των υστέρων
Ταράττεσαι και ανακύπτει
Αψίθυμων κυμάτων ρόχθος
Που την ψυχή μου κατατρύχει

GREECΕ Ή ΕΛΛΑΣ



Μια αυθεντικιά πιστεύω είμαι Ελληνίδα
Όχι ραγιά ξανά ποτέ να μη με πούνε
Περήφανη τη ράτσα μου όταν σπέρνω
Με ωδίνες σαν εμένα αν στη ζωή φέρνω

Δεν θα ντραπώ ποτέ για τη γενιά μου
Χάρισμα δε μου δόθηκε κανένα
Δεν δέχτηκα ούτε μύγα στο σπαθί μου
Πάντοτε αξιοκρατική ήταν η ζωή μου

Όχι, ντροπές δε μου καταλογίζω
Γεννήθηκα και γέννησα αγώνες
Ρουφάω την πλάση με αδημονία
Αφομοιώνω τα σοφά με βουλιμία

Απ’ όλα όσα έχω ενσωματώσει
-Αυτό το είχα πάντα μες στο αίμα-
Κρίνω πως μόνο απόλυτα ταιριάζω
Με το Αθάνατο Ελληνικό Πνεύμα

Δεν πα' να λένε πως αγκομαχάω
Κακολογούν πια φανερά και θένε
Να αποποιηθώ εγώ φευ! Τους προγόνους
Τι λες, καλέ! Αυτό αισθάνομαι αυτό είμαι!

Ακούω στη νύχτα μέσα τους ψιθύρους
Της Ασπασίας, της Σαπφούς κι Ελένης
Της Πηνελόπης μα και της Λαΐδος
Της Αθηνάς ως και της Λυσιστράτης

Από αρχαίων χρόνων όντως με κυκλώνουν
Οι παντοδύναμοι Φελλόποδες, με 'γεια τους!
Με χαιρετούν, μα δε μ’ ενδιαφέρουν
Όσα "χαρίσματα" κι αν έχει η αφεντιά τους