When I
walked into the bar
Two kids
were calling him out
One had a
broken bottle, the other had a short club
Steiger was
not a big man, and he was unarmed
But good
lord, he had a look about him!
A chill
went through the room and he stood to face them
Steiger
squared up and said
“Before you
start
With
whatever problem it is you have with me
I'll tell
you this--- I don't care
What kind
storm you think you are,
I guarantee
that you have never seen the like
Of a few of
the storms I have been through.
Now, you do
what you think you want to do
I just
thought you ought to know.”
Steiger
waited
The kids
stared back at him
I don't
think they knew exactly what to do
Finally,
one of them pulled his friends shirt
He said,
“Shit Jeff! Come on let's go!”
Ole Jeff
dropped his bottle and walked out of there
I guess he
realized
He'd bit
off a little more than he could chew
Steiger sat
back down
And I
shimmied up beside him
I said “I'm
pleased to meet you
I think
that's the bravest thing I can recall seeing
Steiger
took a drink and smiled
'Said “Hell
son, that wasn't brave
That was
just solid sense.
Now brave?
I've seen brave a time or two”
Brave is
jumping back over the wall
To save a
good man down
As the
bullets come flying back at you
Brave is
being alone on your bike
And trying
that corner at seventy
When
there's gravel, the sign says twenty-five tops
And you
know what's gonna happen
If the
ground takes a swipe at you
Now, that's
the kind of bravery that faces death
But braver
still, I think
Is the kind
that faces life, son
Brave is
being a single mother alone in the big city
You come
home every day to two little ones who are hungry
And you
know the only thing
Between
them and some serious hurt
Is you and
your shitty job
Down at the
7-11
There is a
kind of bravery
That hopes
beyond all hope
And still
tries to get things done
When just
about everything in life has fallen apart
All the
chips are down
And all
you've got is a pair of three's on the table
There is a
kind of bravery that has a dream
And still
keeps crawling on
When you're
only half-way done
As all the
bills keep coming due
And for all
the world it still appears
That you
don't have a ghost's chance in hell
Of ever
seeing it all the way through
Then
there's the kind
That loves
deeply and loses
But dares
to try and love again
And the
kind that loves easy
And dares
try to find room in their heart
For
everyone
If you face
death and lose
Well,
you'll be dead and gone
And nothing
much will matter to you
But if you
face life and lose
Then you
have to live
With what
has happened to you
Dewey Dirks copyright 2008

Γενναιότητα
Όταν
μπήκα στο μπαρ
Δύο
παιδιά του φώναζαν
Ο ένας είχε ένα
σπασμένο μπουκάλι, ο άλλος είχε ένα μικρό γκλοπ
Ο Στάιγκερ δεν ήταν μεγαλόσωμος
άνδρας, και ήταν άοπλος
Αλλά Θεέ μου, είχε μια ματιά…!
Ένα ρίγος
πέρασε από το δωμάτιο και στάθηκε να τους αντιμετωπίσει
Ο
Στάιγκερ ανασκουμπώθηκε και είπε
"Πριν
ξεκινήσετε
Με όποιο πρόβλημα έχετε
μαζί μου
Θα σας πω αυτό --- Δεν με ενδιαφέρει
Τι είδους θύελλα νομίζετε ότι είστε,
Εγγυώμαι όμως ότι δεν
έχετε δει ποτέ καμιά όμοια
Με κάποιες απ’ τις
καταιγίδες που έχω ζήσει.
Τώρα, να κάνετε ό,τι
νομίζετε πως θέλετε να κάνετε
Απλά εγώ σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ξέρετε."
Ο Στάιγκερ
περίμενε
Τα
παιδιά τον ξανακοίταξαν
Δεν νομίζω ότι ήξεραν
ακριβώς τι να κάνουν
Τέλος, ένας από αυτούς τράβηξε
το πουκάμισο του φίλου του
Είπε,
"Σκατά Τζεφ! Έλα ας πάμε! "
Ο Τζεφ πέταξε το
μπουκάλι του και έφυγε από εκεί
Μάλλον
συνειδητοποίησε
πως είχε να κάνει με
κάποιον που δε μασούσε…
Με το
Στάιγκερ καθίσαμε πάλι
Και
εγώ χτυπώντας του την πλάτη
Είπα «Είμαι ευτυχής που σε γνωρίζω
Νομίζω ότι αυτό
είν' το πιο γενναίο πράγμα που μπορώ να θυμηθώ πως είδα ποτέ»
Ο Στάιγκερ πήρε ένα ποτό και χαμογέλασε
Είπε:«Γιε μου, που να πάρει αυτό δεν ήταν γενναιότητα
Αυτό
ήταν απλά μια σθεναρή στάση.
Ποιος ο γενναίος; Έχω δει
γενναίους κάνα δυο φορές "
Γενναίος είναι να πηδάς ξανά πάνω
από τον προμαχώνα
Για
να σπρώξεις ένα καλό άνθρωπο κάτω
Καθώς οι σφαίρες σας κυνηγούν
Γενναίος είναι να είσαι μόνος σου με
το ποδήλατό σου
Και να τολμάς να στρίψεις με
εβδομήντα
Όταν υπάρχει χαλίκι
κι η πινακίδα γράφει με είκοσι πέντε το
πολύ
Και ξέρεις τι θα συμβεί
Αν στο έδαφος γερά χτυπήσεις
Λοιπόν, αυτό είν' το είδος της ανδρείας
που πολεμάει τον θάνατο
Αλλά
ακόμα πιο γενναίος, νομίζω
Είναι αυτός που πολεμάει με τη ζωή, γιε
μου…
Γενναιότητα είναι
να είσαι μια μητέρα μόνη στη μεγάλη πόλη
Να έρχεσαι
στο σπίτι κάθε μέρα στα δύο πεινασμένα μικρά σου
Και να ξέρεις ότι το μόνο πράγμα
που μπορεί βαθιά να τα πληγώσει
Είσαι
εσύ και η βρωμοδουλειά σου
Κάτω στο
πεζοδρόμιο
Υπάρχει
ένα είδος γενναιότητας
Αυτή
που μπορείς να ελπίζεις πέρα από κάθε ελπίδα
Και ακόμα προσπαθείς να πάρεις τα
πράγματα, όπως έρχονται,
Όταν σχεδόν τα
πάντα στη ζωή έχουν καταρρεύσει
Όλοι
οι άσσοι έχουν πέσει
Και το μόνο που έχεις είναι ένα ζευγάρι τριάρια
πάνω στο τραπέζι
Υπάρχει ένα είδος
γενναιότητας να έχεις ένα όνειρο
Και
να εξακολουθεί ς να κρατιέσαι απ’ αυτό
Όταν είσαι μόλις στα μισά του δρόμου
Και όλοι οι λογαριασμοί έρχονται
χρεωστικοί,
Και για όλο τον κόσμο δεν έχεις καμιά
πιθανότητα
Κι εσύ συνεχίζεις να το πιστεύεις σ’ όλη τη
διαδρομή
Μετά
υπάρχει το είδος
Αυτού
που αγαπά βαθιά και χάνει
Αλλά τολμά να προσπαθήσει και πάλι την
αγάπη
Και
το είδος που αγαπά εύκολα
Και τολμά να προσπαθήσει να
βρει δωμάτιο στην καρδιά του
Για τον καθένα
Εάν
αντιμετωπίσεις το θάνατο και χάσεις
Ε και λοιπόν, θα είσαι νεκρός και πάει
Και τίποτα δεν θα μπορεί πολύ να σε
πειράξει
Αλλά
αν αντιμετωπίσεις και χάσεις στη ζωή
Μετά θα πρέπει να ζήσεις
Με
ό, τι σου έχει συμβεί
Dewey
Dirks Copyright 2008
Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου