Καλώς ήλθατε!

Καλώς ήλθατε!

Saturday, 22 October 2011

Dewey Dirks/ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ



Dewey Dirks
Bravery

When I walked into the bar
Two kids were calling him out
One had a broken bottle, the other had a short club
Steiger was not a big man, and he was unarmed
But good lord, he had a look about him!
A chill went through the room and he stood to face them

Steiger squared up and said
“Before you start
With whatever problem it is you have with me
I'll tell you this--- I don't care
What kind storm you think you are,
I guarantee that you have never seen the like
Of a few of the storms I have been through.
Now, you do what you think you want to do
I just thought you ought to know.”

Steiger waited
The kids stared back at him
I don't think they knew exactly what to do
Finally, one of them pulled his friends shirt
He said, “Shit Jeff! Come on let's go!”
Ole Jeff dropped his bottle and walked out of there
I guess he realized
He'd bit off a little more than he could chew

Steiger sat back down
And I shimmied up beside him
I said “I'm pleased to meet you
I think that's the bravest thing I can recall seeing
Steiger took a drink and smiled
'Said “Hell son, that wasn't brave
That was just solid sense.
Now brave? I've seen brave a time or two”

Brave is jumping back over the wall
To save a good man down
As the bullets come flying back at you
Brave is being alone on your bike
And trying that corner at seventy
When there's gravel, the sign says twenty-five tops
And you know what's gonna happen
If the ground takes a swipe at you
Now, that's the kind of bravery that faces death
But braver still, I think
Is the kind that faces life, son

Brave is being a single mother alone in the big city
You come home every day to two little ones who are hungry
And you know the only thing
Between them and some serious hurt
Is you and your shitty job
Down at the 7-11

There is a kind of bravery
That hopes beyond all hope
And still tries to get things done
When just about everything in life has fallen apart
All the chips are down
And all you've got is a pair of three's on the table

There is a kind of bravery that has a dream
And still keeps crawling on
When you're only half-way done
As all the bills keep coming due
And for all the world it still appears
That you don't have a ghost's chance in hell
Of ever seeing it all the way through

Then there's the kind
That loves deeply and loses
But dares to try and love again
And the kind that loves easy
And dares try to find room in their heart
For everyone

If you face death and lose
Well, you'll be dead and gone
And nothing much will matter to you
But if you face life and lose
Then you have to live
With what has happened to you

Dewey Dirks copyright 2008



Γενναιότητα

Όταν μπήκα στο μπαρ
Δύο παιδιά του φώναζαν
Ο ένας είχε ένα σπασμένο μπουκάλι, ο άλλος είχε ένα μικρό γκλοπ
Ο Στάιγκερ δεν ήταν μεγαλόσωμος άνδρας, και ήταν άοπλος
Αλλά Θεέ μου, είχε μια ματιά…!
Ένα ρίγος πέρασε από το δωμάτιο και στάθηκε να τους αντιμετωπίσει

Ο Στάιγκερ ανασκουμπώθηκε και είπε
"Πριν ξεκινήσετε
Με όποιο πρόβλημα έχετε μαζί μου
Θα σας πω αυτό --- Δεν με ενδιαφέρει
Τι είδους θύελλα νομίζετε ότι είστε,
Εγγυώμαι όμως ότι δεν έχετε δει ποτέ καμιά όμοια
Με κάποιες απ’ τις καταιγίδες που έχω ζήσει.
Τώρα, να κάνετε ό,τι νομίζετε πως θέλετε να κάνετε
Απλά εγώ σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ξέρετε."

Ο Στάιγκερ περίμενε
Τα παιδιά τον ξανακοίταξαν
Δεν νομίζω ότι ήξεραν ακριβώς τι να κάνουν
Τέλος, ένας από αυτούς τράβηξε το πουκάμισο του φίλου του
Είπε, "Σκατά Τζεφ! 
Έλα ας πάμε! "
Ο Τζεφ πέταξε το μπουκάλι του και έφυγε από εκεί
Μάλλον συνειδητοποίησε
πως είχε να κάνει με κάποιον που δε μασούσε…

Με το Στάιγκερ καθίσαμε πάλι
Και εγώ χτυπώντας του την πλάτη
Είπα «Είμαι ευτυχής που σε γνωρίζω
Νομίζω ότι αυτό είν' το πιο γενναίο πράγμα που μπορώ να θυμηθώ πως είδα ποτέ»
Ο Στάιγκερ πήρε ένα ποτό και χαμογέλασε
Είπε:«Γιε μου,  που να πάρει αυτό δεν ήταν γενναιότητα
Αυτό ήταν απλά μια σθεναρή στάση.
Ποιος ο  γενναίος; 
Έχω δει γενναίους κάνα δυο φορές "

Γενναίος είναι να πηδάς ξανά πάνω από τον προμαχώνα
Για να σπρώξεις ένα καλό άνθρωπο κάτω
Καθώς οι σφαίρες σας κυνηγούν
Γενναίος είναι να είσαι μόνος σου με το ποδήλατό σου
Και να τολμάς να στρίψεις με εβδομήντα
Όταν υπάρχει χαλίκι κι  η πινακίδα γράφει με είκοσι πέντε το πολύ
Και ξέρεις τι θα συμβεί
Αν στο έδαφος γερά χτυπήσεις
Λοιπόν, αυτό είν' το είδος της ανδρείας που πολεμάει τον θάνατο
Αλλά ακόμα πιο γενναίος, νομίζω
Είναι αυτός που πολεμάει με τη ζωή, γιε μου…

Γενναιότητα είναι να είσαι μια μητέρα μόνη στη μεγάλη πόλη
Να έρχεσαι στο σπίτι κάθε μέρα στα δύο πεινασμένα μικρά σου
Και να ξέρεις ότι το μόνο πράγμα
που μπορεί βαθιά να τα πληγώσει
Είσαι εσύ και η βρωμοδουλειά σου
Κάτω στο πεζοδρόμιο

Υπάρχει ένα είδος γενναιότητας
Αυτή που μπορείς να ελπίζεις πέρα ​​από κάθε ελπίδα
Και ακόμα προσπαθείς να πάρεις τα πράγματα, όπως έρχονται,
Όταν σχεδόν τα πάντα στη ζωή έχουν καταρρεύσει
Όλοι οι άσσοι έχουν πέσει
Και το μόνο που έχεις είναι ένα ζευγάρι τριάρια πάνω στο τραπέζι

Υπάρχει ένα είδος γενναιότητας να έχεις ένα όνειρο
Και να εξακολουθεί ς να κρατιέσαι απ’ αυτό
Όταν είσαι μόλις στα μισά του δρόμου
Και όλοι οι λογαριασμοί έρχονται χρεωστικοί,
Και για όλο τον κόσμο δεν έχεις καμιά πιθανότητα
Κι εσύ συνεχίζεις να το πιστεύεις σ’ όλη τη διαδρομή

Μετά υπάρχει το είδος
Αυτού που αγαπά βαθιά και χάνει
Αλλά τολμά να προσπαθήσει και πάλι την αγάπη
Και το είδος που αγαπά εύκολα
Και τολμά να προσπαθήσει να βρει δωμάτιο στην καρδιά του
Για τον καθένα

Εάν αντιμετωπίσεις το θάνατο και χάσεις
Ε και λοιπόν, θα είσαι νεκρός και πάει
Και τίποτα δεν θα μπορεί πολύ να σε πειράξει
Αλλά αν αντιμετωπίσεις και  χάσεις στη ζωή
Μετά  θα πρέπει να ζήσεις
Με ό, τι σου έχει συμβεί

Dewey Dirks Copyright 2008


Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου