Καλώς ήλθατε!

Καλώς ήλθατε!

Tuesday, 20 March 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ BRIAN WRIXON/ POEMS ABOUT GREECE BY BRIAN WRIXON ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΥΣΑ ΒΕΛΗΣΣΑΡΙΟΥ


 
Angels of Santorini
Cobblestone street, narrow passage
Dimly lit chapel, traces of song
Refuge from the crowded throng
Service ended, robed priest seated
Behind the lattice the sisters 
rise
Blended voices reach to the skies
Words of praise, songs of 
glory
Fill the chapel, fill the heart
A choir of angels sets time 
apart  
Άγγελοι της Σαντορίνης
Λιθόστρωτος δρόμος, στενό μονοπάτι
Αμυδρά φωτισμένο εκκλησάκι, ήχοι ψαλμοί
Καταφύγιο απ' την πολυσύχναστη κοσμοσυρροή
Την υπηρεσία τελείωσε, ο ρασοφόρος  ιερέας κάθεται
Πίσω από το δικτυωτό συνωστίζονται οι αδελφές
Συγχρονισμένες οι φωνές  θα φτάσουν ως τον ουρανό
Λόγια αίνου, ωδές δοξαστικές
Γεμίστε το παρεκκλήσι, γεμίστε την καρδία
Απορρυθμίζει το χρόνο των αγγέλων η χορωδία 
The Mute Stones Speak
Aegean blue in a timeless 
land
White waves roll and 
become white sand
Blue domes rise above 
whitened walls
We stop and listen as 
history calls
Toppled columns, temple in 
disarray
Where once proud runners 
stopped to pray
Now the shuffling of tourists' 
feet
Moving in deafness in 
summer's heat
But we who have seen 
through Homer's muse
Can in Olympia's stadium 
still hear the news
Thalpis of Sparta has won 
the race
The olive wreath now 
shades his face  
Οι Βουβές Πέτρες Μιλούν
Γαλάζιο του Αιγαίου σε μία άχρονη γη
Λευκά κύματα ρέουν, γίνονται  άμμος  λευκή 
Πάνω απ' ασπρισμένους τοίχους  υψώνονται  τρούλοι γαλάζιοι
Ας σταματήσουμε ν' ακούσουμε την ιστορία που φωνάζει
Πεσμένες κολώνες, ναοί άτακτα ερριμμένοι 
Εκεί που κάποτε οι δρομείς στέκονταν να ευχηθούν οι τιμημένοι
Τώρα, ανακάτεμα ποδιών τουριστών
Στην κουφόβραση του καλοκαιριού περιπατητών
Μα εμείς που νιώσαμε του Όμηρου τη μούσα την ωραία
Στο στάδιο της Ολυμπίας ακούμ' ακόμη  χαρμόσυνα νέα
Πως ο Θάλπης απ' τη Σπάρτη έχει κερδίσει τον αγώνα
Το στεφάνι ελιάς σκιάζει το πρόσωπό του ακόμα  
Mykonos
Windmills stand guarding 
the harbour
White houses contrast with the deep blue sea
Mykonos, jewel of the 
Cyclades
Ancient battlefield of the 
gods
Thousands flock to its 
beaches and streets
With throbbing intensity it 
never sleeps
An Aegean paradise 
spoiled by people
Μύκονος
Ανεμόμυλοι στέκονται φρουροί του λιμανιού
Λευκά σπίτια σε αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο του γιαλού
Μύκονος, κόσμημα των Κυκλάδων
Πεδίο μάχης των θεών αρχαίων
Χιλιάδες συρρέουν στις παραλίες και στους δρόμους 
Σφύζουσα σ' ένταση ποτέ δεν κοιμάται
Ένας παράδεισος του Αιγαίου σπιλωμένος απ' τους ανθρώπους 


Acropolis
Ancient temple silent in the 
Grecian sky
Loudly shouting to Athens and beyond
Mute stones and pillars in 
disarray
A voiceful testament to the 
world
Art is reborn from the 
Parthenon's beauty
Its model copied in earth's 
four corners
Its pillars reflected in 
houses of law and 
commerce
Its stones mirrored in seats 
of power
But from this sacred place 
more has risen
Here foundations were laid 
for our life
All our muses sprang from 
these ruins
And still echo today from 
their stony silence
Ακρόπολη
Αρχαίος ναός σιωπηλός κάτω από τον ελληνικό ουρανό
Δυνατά φωνάζει στην Αθήνα πέρα ως  πέρα
Βουβές πέτρες, κολώνες σε αταξία
Μια διαθήκη κραυγαλέα προς τον κόσμο όλο
Τέχνη ξαναγεννιέται από το κάλλος του Παρθενώνα
Το μοντέλο του αντιγράφεται στις τέσσερις γωνιές της γης
Οι κολώνες του, που αντιγράφονται σε οίκους  νόμου και  εμπορίου
Οι πέτρες του κατοπτρίζονται σε θέσεις ισχύος
Αλλά από αυτό το ιερό μέρος έχουν γεννηθεί πιο πολλά
Εδώ τέθηκαν οι βάσεις του πολιτισμού μας
Όλες οι μούσες μας ξεφύτρωσαν από αυτά τα ερείπια
Και ακόμα αντηχούν σήμερα μέσα από την πέτρινη σιωπή τους
 
The Heart of Crete
Olive green playground in sea of Aegean blue
Harboured yachts and 
resorted bays
Busy with the frenzy and the 
frolic
Of the well-tanned rich and 
famous
But away from those people 
places
Beyond the reach of their 
glamour
The stones of history rise 
and rest
Without Knossos, Crete 
would not have life 
 
Η Καρδιά της Κρήτης
Απ' το πράσινο της ελιάς τοπίο στη γαλάζια θάλασσα του Αιγαίου 
Αγκυροβολημένα γιωτ και απολαυστικοί κόλποι 
Πολυσύχναστοι με  παροξυσμό και  ευθυμία
Από τους ηλιοκαμένους πλούσιους και διάσημους
Αλλά μακράν απ’  όλους αυτούς τους ανθρώπους
Υπεράνω της εμβελείας  της αίγλης τους
Οι πέτρες της ιστορίας υψωμένες κείτονται
Χωρίς την Κνωσσό η  Κρήτη δεν θα είχε ζωή
http://brianwrixonpoetry.blogspot.com/ 



Sunday, 18 March 2012

ΦΩΣ ΕΡΏΜΑΙ



http://www.heaventoearthart.com/artist/stefan_bright.htm 



Υπάρχει φύσις έρωτος λαμπρών ψυχών,
Που δεν μετράται, δεν εκφράζεται
Στο σώμα, ισότιμα,
Ενστικτωδώς, όπως συνήθως.
Κι αν προς τα εκεί το υποτιμήσεις ,
Πυρ αναμφίβολα απανθράκωσης θα γεννηθεί,
Θα γίνει στάχτη, αμελητέο ξεφτίδι, ρίπος.
Κι εσύ Φαέθων, φωτεινέ,
Που χρόνια πριν, μοιράστηκες το άρμα του Ήλιου,
Και εταλανίσθης βιώνοντας τ' ωραίο πυριφλεγής,
Τα φλογοβόλα μάτια σου αν βαθιά κοιτάξω, 
Αναγνωρίζω αστέρια, που γεννήθηκαν,
Αλλά και μελανές οπές,
Φαέθων Φίλε , υπάρχω ως ερωμένη σου πυρφόρα, 
Διακρίνοντας ψυχών αλλήλων
Ατμίζουσες, φωτοβολούσες, ανοιχτές πληγές.

ἐρωμένη, μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος 
ἐράομαι, -ῶμαι: αυτή που την αγαπούν 

Poet, Mihai Eminescu / Ποιητής εκ του προχείρου Μιχάι Εμινέσκου Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου


 


Să torni la rime rele,
Cu dactile în galopuri,
Cu gândiri nemistuite
Să negreşti mai multe topuri;

Şi când vezi vreo femeie
Să te-nchini pân’la pământ
Şi de-a sta ca să-ţi vorbească
Să înghiţi orice cuvânt;

Nespălat, neras să umbli,
Şi rufos şi deşuchet -
Toate-acestea împreună
Te-arat-a fi poet.

^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^
 
Συνεχώς διαχέει άτεχνη ποίηση
Με δάκτυλα σε καλπασμό
Μ’ ένθερμες ιδέες
Σκοτίζοντας εν τόπο φωτεινώ΄

Και όταν βλέπει μια γυναίκα
Υποκλίνεται  βαθιά
Και  όσο αυτή μιλά
Κρέμεται στα χείλη τα γλυκά΄

Άπλυτος, αξύριστος,
Κακοντυμένος ή ξυπόλυτος -
Μ’ όλα τάχα αυτά  μαζί
Να καμώνεται τον ποιητή.

Saturday, 17 March 2012

La steaua Mihai Eminescu / Το αστέρι Μιχάι Εμινέσκου Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου



(copyright Gianpiero Actis) Link: http://actis-artgallery.blogspot.com/
 




La steaua care-a răsărit
E-o cale-atât de lungă,
Că mii de ani i-au trebuit
Luminii să ne-ajungă.


Poate de mult s-a stins în drum
În depărtări albastre,
Iar raza ei abia acum
Luci vederii noastre,


Icoana stelei ce-a murit
Încet pe cer se suie:
Era pe când nu s-a zărit,
Azi o vedem, şi nu e.


Tot astfel când al nostru dor
Pieri în noapte-adâncă,
Lumina stinsului amor

 
Ne urmăreşte încă.
**********************************
http://androxa.wordpress.com/tag/animation/ 
 
Νεοφανούς άστρου η λάμψη
Πολύ χρόνο θα ξοδέψει
Πολύ μακριά να ταξιδέψει
Μέχρι στα μάτια μας να φέξει

Μπορεί να πέθανε στη στράτα
Μες στο απέραντο γαλάζιο
Ωστόσο τώρα λάμπει απρόοπτα
Μες στης ματιάς σου το κομφούζιο.

Αργά οργώνει το σκοτάδι
Το νεκρό άστρο κάθε βράδυ
Δεν το είδε ζων καμιά μας αίσθηση
Το αντιληφθήκαμε σαν ψευδαίσθηση.

Έτσι του πάθους  η παραίσθηση
Βυθίζεται στης νύχτας το υφάδι
Η αγάπη μας πια νεκρή απαίτηση
Που μας στοιχειώνει φτερά στον Άδη.


Friday, 16 March 2012

Η ΕΛΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΩΡΑΙΑ


 

Σ' αγάπησα, Ελένη...
Πολλά πολύ, που δε σου γράφω ποίημα.
Μου φάνηκε πως ήσουν  το τέλειο κράμα
Κατάθλιψης, Χαράς κι Ομορφιάς
Με γέλιο μιας σπαραξικάρδιας χαρμολύπης.

Arthur Rimbaud : Sensation (Αίσθηση) Μετάφραση Χρύσα Βελησσαρίου

Arthur Rimbaud

Αίσθηση

Γαλάζια θέρους βράδια, θα βρεθώ στα μονοπάτια,

Να με γρατζουνάει το καλαμπόκι και πατώντας χαμηλό χορτάρι,
Ονειροπόλος, θα αισθανθώ δροσιά του στα ποδάρια.
Θ' αφήσω στους ανέμους να λουστεί άσκεπο το  κεφάλι .

Δεν θα μιλήσω και δε θα σκεφτώ ουδέν μονάχος:

Αλλά άπειρη η αγάπη  πλημμυρίζει την καρδιά ,
Και  πάω μακριά, πολύ μακριά, σαν αθιγγάνος,
Μέσα απ' τη φύση ευτυχής, σαν σε γυναίκας αγκαλιά. 



Sensation

Par les soirs bleus d'été, j'irai dans les sentiers,
Picoté par les blés, fouler l'herbe menue,
Rêveur, j'en sentirai la fraîcheur à mes pieds.
Je laisserai le vent baigner ma tête nue.


Je ne parlerai pas, je ne penserai rien :
Mais l'amour infini me montera dans l'âme,
Et j'irais loin, bien loin, comme un bohémien,
Par la nature, heureux comme avec une femme.


Arthur Rimbaud


 

Thursday, 15 March 2012

"LES POETES DE SEPT ANS " ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΟ

Arthur Rimbaud

Poème
Les poètes de sept ans
" Les poètes de sept ans " est le neuvième texte 
des poésies qui suivent 
le cahier de Douai.

Et la Mère, fermant le livre 
du devoir,
S'en allait satisfaite et très fière, sans voir,
Dans les yeux bleus et sous le front plein d'éminences,
L'âme de son enfant livrée 
aux répugnances.
Tout le jour il suait d'obéissance ; très
Intelligent ; pourtant 
des tics noirs, quelques traits
Semblaient prouver en lui d'âcres hypocrisies.
Dans l'ombre des couloirs 
aux tentures moisies,
En passant il tirait la langue, les deux poings
A l'aine, et dans ses yeux fermés voyait des points.
Une porte s'ouvrait sur 
le soir : à la lampe
On le voyait, là-haut, 
qui râlait sur la rampe,
Sous un golfe de jour 
pendant du toit. L'été
Surtout, vaincu, stupide, 
il était entêté
A se renfermer dans la fraîcheur des latrines :
Il pensait là, tranquille et livrant ses narines.
Quand, lavé des odeurs 
du jour, le jardinet
Derrière la maison, 
 en hiver, s'illunait,
Gisant au pied d'un mur, enterré dans la marne
Et pour des visions 
 écrasant son oeil darne,
Il écoutait grouiller 
les galeux espaliers.
Pitié ! Ces enfants seuls 
étaient ses familiers
Qui, chétifs, fronts nus, œil déteignant sur la joue,
Cachant de maigres doigts jaunes et noirs de boue
Sous des habits puant l
a foire et tout vieillots,
Conversaient avec 
la douceur des idiots !
Et si, l'ayant surpris 
à des pitiés immondes,
Sa mère s'effrayait ; les tendresses, profondes,
De l'enfant se jetaient 
sur cet étonnement.
C'était bon. Elle avait 
le bleu regard, - qui ment !
A sept ans, il faisait des romans, sur la vie
Du grand désert, où luit la Liberté ravie,
Forêts, soleils, rives, 
savanes ! - Il s'aidait
De journaux illustrés 
 où, rouge, il regardait
Des Espagnoles rire et des Italiennes.
Quand venait, l'œil brun, 
folle, en robes d'indiennes,
- Huit ans - la fille 
des ouvriers d'à côté,
La petite brutale, et 
qu'elle avait sauté,
Dans un coin, sur son dos 
en secouant ses
tresses,
Et qu'il était sous elle, 
il lui mordait les fesses,
Car elle ne portait jamais 
de pantalons ;
- Et, par elle meurtri 
des poings et des talons,
Remportait les saveurs 
de sa peau dans sa chambre.
Il craignait les blafards dimanches de décembre,
Où, pommadé, sur 
un guéridon d'acajou,
Il lisait une Bible à la tranche vert-chou ;
Des rêves l'oppressaient 
chaque nuit dans l'alcôve.
Il n'aimait pas Dieu ; 
mais les hommes, 
qu'au soir fauve,
Noirs, en blouse, 
il voyait rentrer dans le faubourg
Où les crieurs, en trois roulements de tambour,
Font autour des édits 
rire et gronder les foules.
- Il rêvait la prairie 
amoureuse, où des houles
Lumineuses, 
parfums sains, 
pubescences d'or,
Font leur remuement 
 calme et prennent 
leur essor !
Et comme il savourait 
surtout les sombres choses,
Quand, dans la chambre 
nue aux persiennes closes,
Haute et bleue, âcrement 
prise d'humidité,
Il lisait son roman 
 sans cesse médité,
Plein de lourds ciels ocreux
 et de forêts noyées,
De fleurs de chair 
 aux bois sidérals déployées,
Vertige, écroulements, 
déroutes et pitié !
- Tandis que se faisait la rumeur du quartier,
En bas, - seul, et couché 
sur des pièces de toile
Écrue, et pressentant violemment la voile !
Ποίημα
Οι ποιητές των επτά ετών
"Οι ποιητές των επτά ετών" είναι το ένατο ποιητικό κείμενο που ακολουθεί μετά «Το Τετράδιο του Douai».

Και η Μητέρα, κλείνοντας τις εργασίες στο συρτάρι,
έφυγε πολύ ικανοποιημένη κι υπερήφανη, χωρίς να πάρει καν χαμπάρι,
μες στα γαλανά ματάκια  κάτω απ’ του μετώπου τις  εκφραστικές ρυτίδες,
που η ψυχή του βλασταριού της παραδίδονταν  στις καταιγίδες.
Όλη την ημέρα ίδρωνε μ’ υπακοή ΄ ήτανε πολύ
ευφυής ΄ κείνοι οι σκιώδεις μορφασμοί, ήτανε σημάδια
που έδειχναν ποτάμι  υποκρισίες.
Τις κρυφές του διάδρομου τις νοτερές γωνίες,
περιδιάβαινε, έβγαζε τη γλώσσα, σφίγγοντας στη μέση τις γροθίτσες,  
μέχρι τα κλειστά ματάκια να ιδούν   τελίτσες.
Απ' την ανοιχτή την πόρτα στο σκοτάδι: με το φως της λάμπας
θα τον δείτε, εκεί, γλιστρώντας πάλι από τη ράμπα,
ή για ένα του πρωινού παιχνίδι κρεμασμένο απ’ το ταβάνι. Το καλοκαιράκι
πάλι, νικημένος, χαζεμένος, επιμένει
κλειδωμένος  στη δροσιά του μπάνιου:
διαλογίζεται, ήσυχος σκαλίζοντας τη μύτη.
Κι όταν, καθαρό απ’ τις μυρωδιές της μέρας, το αίθριο
πίσω από το σπίτι, το χειμώνα, φεγγαρολουζόταν,
στηριγμένο στα ριζά του   τοίχου, μες  σ’ αγριοτριανταφυλλιές θαμμένο
και κατάλληλο για οράματα, που εκρήγνυνται στο μάτι του το θολωμένο,
που άκουγε να θροΐζουν στις συστάδες τα δεντράκια.
Κρίμα! 
Αυτά μονάχα τα παιδάκια είχε φιλαράκια
Που,  μπασμένα, ασκεπή, με κατακόκκινο όμμα,
Κρύβοντας λεπτά δάχτυλα κιτρινόμαυρα απ’ τη βρώμα
φόραγαν λερά ρούχα γερόντων,
ομιλώντας με  ευγένεια ηλίθιων όντων!
Και έχοντας γεμίσει λύπες βρωμερές,
τη μητέρα τρόμαζε ΄ οι ευαισθησίες οι  μπόλικες,
Του παιδιού όρμαγαν σ' αυτή την εμπειρία.
Ήτανε καλή. Είχε γαλανά μάτια κι αυτή, που ‘λέγαν παραμύθια!
Στα χρόνια τα επτά του, γράφει   μυθιστόρημα για τη ζωή τη μεγάλη την ερημική, όπου λάμπει Λευτεριάς πνοή
Για τα δάση, ήλιους, ποταμιές, σαβάνες! Τον βοηθούσαν τα περιοδικά μ' εικόνες, όπου κοκκινίζοντας κοιτούσε
γελαστές Σπανιόλες κι Ιταλιάνες
Όταν έρχονταν, καστανομάτα, εντελώς τρελή, μ’ένα φουστάνι σαν Ινδιάνα
- και χρονών οκτώ–των εργατών κορίτσι δίπλα,
κείνη η μικροκαμωμένη  αγροίκα, που πηδούσε σαν τη γάτα,
στις γωνίες, 

πάνω στη δική του την πλατούλα, αναδεύοντας ατίθασα πλεξούδια,
κι ήταν κάτω της, της δάγκωνε τα μπούτια,
γιατί αυτή ποτέ δεν φόραε παντελόνι ΄μαυρισμένος με γροθιές κι με τακούνια
κέρδιζε της σάρκας αίσθησες μες στο σεντόνι.
Έτρεμε χλωμές τις Κυριακές Δεκέμβρη,
που σαν λαδωμένος ποντικός, πάνω σε  βάθρο από ακαζού,
διάβαζε μια Βίβλο απ'έξω   χρώμα λάχανου΄
Καταπίεζε όνειρα κάθε βράδυ στο κρεβάτι.
Δεν αγάπαγε πια το Θεό, μα τους άντρες, που τις καστανόξανθες βραδιές,
μαυριδεροί, με φόρμα εργάτη, έβλεπε να επιστρέφουν στο προάστιο,
ή τους φωνακλάδες, που με  τύμπανο,
περιγελούσαν διαταγές και συνταράσσαν τους γειτόνους.Ονειρεύονταν ερωτευμένα τα   λιβάδια, όπου φούσκες φωτεινές, υγιείς ανάσες, 

φουντωτοί κλέφτες  χρυσοί αιωρούνταν νηφάλιοι, που απ' την πτήση τους ευδαιμονούσαν !
Κι έτσι ηδονιζότανε σε σκοτεινά λημέρια,
όταν, στο γυμνό δωμάτιο με κλειστά τα παραθύρια,
το ψηλό,γαλαζωπό, σαν νοτερή   αμαρτία,
διάβαζε ρομάντζο αφοσιωμένος ατελείωτα
κι ήτανε γεμάτο με βαριά ωχρά ουράνια , δάση αμείωτα,
σκεπασμένα με νιφάδες αστρικές λαγκάδια,
ίλιγγος, κατολισθήσεις, περιπλάνηση και οίκτου χάδια!Κι όσο γίνονταν σούσουρο  απ' τους γειτόνους,
Κείνος στο ισόγειο  μόνος,

ξαπλωμένος πάνω σε κομμάτια από σεντόνι
βρώμικα να ψάχνει νά 'βρει επειγόντως μια βαρκούλα με
πανί μες στο σαλόνι!






 


Wednesday, 14 March 2012

WILD ANIMAL


I suffer,
And so I will scratch this paper
To do not cut my veins!
I need all my veins, nerves untouched
To feel my life to the end.
Oh! I really am a wild creature,
Masochistically licking my open wounds.
Always proud.
Once pain is learning me
Defense.
Awake and alone.
Alone! I'd like to look at your eyes,
As long as I open my own.
But you didn't let me.
Neither you, who I adored, you couldn't withstand me...


Monday, 12 March 2012

COLORLESS FEAR

The_Color_of_a_Colorless_Soul_by_Pockypuu


All these inversions ...
As if looking at the world upside down.
Death,
 you dance in the middle of everything undeterred.
Absolute Ruler...
I will ignore you until the end!
You are as a whole 
just ...a colorless hole
In my reality!
I won't accept to paint you
Even BLACK.
The black color was always in my circle.
NOT you!