|
Angels of Santorini
Cobblestone street,
narrow passage
Dimly lit chapel,
traces of song
Refuge from the
crowded throng
Service ended, robed
priest seated
Behind the lattice
the sisters
rise
Blended voices reach
to the skies
Words of praise,
songs of
glory
Fill the chapel, fill
the heart
A choir of angels
sets time
apart
|
![]() |
|
Άγγελοι της Σαντορίνης
Λιθόστρωτος δρόμος, στενό μονοπάτι
Αμυδρά φωτισμένο εκκλησάκι, ήχοι ψαλμοί
Καταφύγιο απ' την πολυσύχναστη κοσμοσυρροή
Την υπηρεσία τελείωσε, ο ρασοφόρος ιερέας κάθεται
Πίσω από το δικτυωτό συνωστίζονται οι
αδελφές
Συγχρονισμένες οι φωνές θα φτάσουν ως τον ουρανό
Λόγια αίνου, ωδές δοξαστικές
Γεμίστε το παρεκκλήσι, γεμίστε την καρδία
Απορρυθμίζει
το χρόνο των αγγέλων η χορωδία
|
|
The Mute Stones Speak
Aegean blue in a
timeless
land
White waves roll
and
become white sand
Blue domes rise
above
whitened walls
We stop and listen as
history calls
Toppled columns, temple in
disarray
Where once proud runners
stopped to pray
Now the shuffling of tourists'
feet
Moving in deafness in
summer's heat
But we who have seen
through Homer's muse
Can in Olympia's stadium
still hear the news
Thalpis of Sparta has won
the race
The olive wreath now
shades his face
|
|
Οι Βουβές Πέτρες Μιλούν
Γαλάζιο του Αιγαίου σε μία άχρονη γη
Λευκά κύματα ρέουν, γίνονται άμμος λευκή
Πάνω απ' ασπρισμένους τοίχους υψώνονται τρούλοι γαλάζιοι
Ας σταματήσουμε ν' ακούσουμε την ιστορία που
φωνάζει
Πεσμένες κολώνες, ναοί άτακτα ερριμμένοι
Εκεί που κάποτε οι δρομείς στέκονταν να
ευχηθούν οι τιμημένοι
Τώρα, ανακάτεμα ποδιών τουριστών
Στην κουφόβραση του καλοκαιριού περιπατητών
Μα εμείς που νιώσαμε του Όμηρου τη μούσα την
ωραία
Στο στάδιο της Ολυμπίας ακούμ' ακόμη χαρμόσυνα
νέα
Πως ο Θάλπης απ' τη Σπάρτη έχει κερδίσει τον
αγώνα
Το στεφάνι
ελιάς σκιάζει το πρόσωπό του ακόμα
|
Mykonos
Windmills stand
guarding
the harbour
White houses contrast
with the deep blue sea
Mykonos, jewel of
the
Cyclades
Ancient battlefield
of the
gods
Thousands flock to
its
beaches and streets
With throbbing intensity it
never sleeps
An Aegean paradise
spoiled by people
|
|
|
|
Μύκονος
Ανεμόμυλοι στέκονται φρουροί του λιμανιού
Λευκά σπίτια σε αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο
του γιαλού
Μύκονος, κόσμημα των Κυκλάδων
Πεδίο μάχης των θεών αρχαίων
Χιλιάδες συρρέουν στις παραλίες και στους
δρόμους
Σφύζουσα σ' ένταση ποτέ δεν κοιμάται
Ένας παράδεισος του
Αιγαίου σπιλωμένος απ' τους ανθρώπους
|
|
|
|
Acropolis
Ancient temple silent
in the
Grecian sky
Loudly shouting to
Athens and beyond
Mute stones and
pillars in
disarray
A voiceful testament
to the
world
Art is reborn from
the
Parthenon's beauty
Its model copied in earth's
four corners
Its pillars reflected in
houses of law and
commerce
Its stones mirrored in seats
of power
But from this sacred place
more has risen
Here foundations were laid
for our life
All our muses sprang from
these ruins
And still echo today from
their stony silence
|
|
|
|
|
Ακρόπολη
Αρχαίος
ναός σιωπηλός κάτω από τον ελληνικό ουρανό
Δυνατά
φωνάζει στην Αθήνα πέρα ως πέρα
Βουβές
πέτρες, κολώνες σε αταξία
Μια
διαθήκη κραυγαλέα προς τον κόσμο όλο
Τέχνη
ξαναγεννιέται από το κάλλος του Παρθενώνα
Το
μοντέλο του αντιγράφεται στις τέσσερις γωνιές της γης
Οι
κολώνες του, που αντιγράφονται σε οίκους νόμου και εμπορίου
Οι
πέτρες του κατοπτρίζονται σε θέσεις ισχύος
Αλλά
από αυτό το ιερό μέρος έχουν γεννηθεί πιο πολλά
Εδώ
τέθηκαν οι βάσεις του πολιτισμού μας
Όλες
οι μούσες μας ξεφύτρωσαν από αυτά τα ερείπια
Και ακόμα αντηχούν σήμερα
μέσα από την πέτρινη σιωπή τους
|
|
|
|
The Heart of Crete
Olive green
playground in sea of Aegean blue
Harboured yachts
and
resorted bays
Busy with the frenzy
and the
frolic
Of the well-tanned
rich and
famous
But away from those people
places
Beyond the reach of their
glamour
The stones of history rise
and rest
Without Knossos, Crete
would not have life
|
|
|
|
Η Καρδιά της Κρήτης
Απ' το πράσινο της ελιάς τοπίο στη γαλάζια
θάλασσα του Αιγαίου
Αγκυροβολημένα γιωτ και απολαυστικοί κόλποι
Πολυσύχναστοι με παροξυσμό και ευθυμία
Από τους ηλιοκαμένους πλούσιους και διάσημους
Αλλά μακράν απ’ όλους αυτούς τους
ανθρώπους
Υπεράνω της εμβελείας της αίγλης τους
Οι πέτρες της ιστορίας υψωμένες κείτονται
Χωρίς την Κνωσσό η Κρήτη δεν θα είχε ζωή
http://brianwrixonpoetry.blogspot.com/ |
Σελίδες
- First Page/Αρχική σελίδα
- National Beat Poetry Foundation, Inc.
- Forum &Clown Theatre Larissa
- Chryssa Velissariou, Greece Beat Poet Laureate 2019- Lifetime -NBPF
- ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ
- MY POEMS ENGLISH TRANSLATIONS/ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΜΟΥ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ
- ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
- VIDEOPOEMS
- ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ
- KATERINA'S POEMS AND SMALL STORIES
- EDU- EUROPE
Καλώς ήλθατε!
Tuesday, 20 March 2012
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ BRIAN WRIXON/ POEMS ABOUT GREECE BY BRIAN WRIXON ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΥΣΑ ΒΕΛΗΣΣΑΡΙΟΥ
Sunday, 18 March 2012
ΦΩΣ ΕΡΏΜΑΙ
| http://www.heaventoearthart.com/artist/stefan_bright.htm |
Υπάρχει φύσις έρωτος λαμπρών ψυχών,
Που δεν μετράται, δεν εκφράζεται
Στο σώμα, ισότιμα,
Ενστικτωδώς, όπως συνήθως.
Κι αν προς τα εκεί το υποτιμήσεις ,
Πυρ αναμφίβολα απανθράκωσης θα γεννηθεί,
Θα γίνει στάχτη, αμελητέο ξεφτίδι, ρίπος.
Κι εσύ Φαέθων, φωτεινέ,
Που χρόνια πριν, μοιράστηκες το άρμα του Ήλιου,
Και εταλανίσθης βιώνοντας τ' ωραίο πυριφλεγής,
Τα φλογοβόλα μάτια σου αν βαθιά κοιτάξω,
Αναγνωρίζω αστέρια, που γεννήθηκαν,
Αλλά και μελανές οπές,
Φαέθων Φίλε , υπάρχω ως ερωμένη σου πυρφόρα,
Διακρίνοντας ψυχών αλλήλων
Ατμίζουσες, φωτοβολούσες, ανοιχτές πληγές.
ἐρωμένη, μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος
ἐράομαι, -ῶμαι: αυτή που την αγαπούν
Poet, Mihai Eminescu / Ποιητής εκ του προχείρου Μιχάι Εμινέσκου Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου
Să torni la
rime rele,
Cu dactile
în galopuri,
Cu gândiri
nemistuite
Să negreşti
mai multe topuri;
Şi când
vezi vreo femeie
Să
te-nchini pânla pământ
Şi de-a sta
ca să-ţi vorbească
Să înghiţi
orice cuvânt;
Nespălat,
neras să umbli,
Şi rufos şi
deşuchet -
Toate-acestea
împreună
Te-arat-a
fi poet.
Συνεχώς
διαχέει άτεχνη ποίηση
Με δάκτυλα σε καλπασμό
Μ’ ένθερμες ιδέες
Σκοτίζοντας εν τόπο φωτεινώ΄
Και όταν βλέπει μια γυναίκα
Υποκλίνεται βαθιά
Και όσο αυτή μιλά
Κρέμεται στα χείλη τα γλυκά΄
Άπλυτος, αξύριστος,
Κακοντυμένος ή ξυπόλυτος -
Μ’ όλα τάχα αυτά μαζί
Να καμώνεται τον ποιητή.
Με δάκτυλα σε καλπασμό
Μ’ ένθερμες ιδέες
Σκοτίζοντας εν τόπο φωτεινώ΄
Και όταν βλέπει μια γυναίκα
Υποκλίνεται βαθιά
Και όσο αυτή μιλά
Κρέμεται στα χείλη τα γλυκά΄
Άπλυτος, αξύριστος,
Κακοντυμένος ή ξυπόλυτος -
Μ’ όλα τάχα αυτά μαζί
Να καμώνεται τον ποιητή.
Saturday, 17 March 2012
La steaua Mihai Eminescu / Το αστέρι Μιχάι Εμινέσκου Μετάφραση στα Ελληνικά Χρύσα Βελησσαρίου
(copyright Gianpiero Actis) Link: http://actis-artgallery.blogspot.com/ |
La steaua care-a răsărit
E-o cale-atât de lungă,
Că mii de ani i-au trebuit
Luminii să ne-ajungă.
Poate de mult s-a stins în drum
În depărtări albastre,
Iar raza ei abia acum
Luci vederii noastre,
Icoana stelei ce-a murit
Încet pe cer se suie:
Era pe când nu s-a zărit,
Azi o vedem, şi nu e.
Tot astfel când al nostru dor
Pieri în noapte-adâncă,
Lumina stinsului amor
| http://androxa.wordpress.com/tag/animation/ |
Νεοφανούς άστρου η λάμψη
Πολύ χρόνο θα ξοδέψει
Πολύ μακριά να ταξιδέψει
Μέχρι στα μάτια μας να φέξει
Μπορεί να πέθανε στη στράτα
Μες στο απέραντο γαλάζιο
Ωστόσο τώρα λάμπει απρόοπτα
Μες στης ματιάς σου το κομφούζιο.
Αργά οργώνει το σκοτάδι
Το νεκρό άστρο κάθε βράδυ
Δεν το είδε ζων καμιά μας αίσθηση
Το αντιληφθήκαμε σαν ψευδαίσθηση.
Έτσι του πάθους η παραίσθηση
Βυθίζεται στης νύχτας το υφάδι
Η αγάπη μας πια νεκρή απαίτηση
Που μας στοιχειώνει φτερά στον Άδη.
Friday, 16 March 2012
Η ΕΛΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΩΡΑΙΑ
Arthur Rimbaud : Sensation (Αίσθηση) Μετάφραση Χρύσα Βελησσαρίου
Αίσθηση
Γαλάζια θέρους βράδια, θα βρεθώ στα μονοπάτια,
Να με γρατζουνάει το καλαμπόκι και πατώντας χαμηλό χορτάρι,
Ονειροπόλος, θα αισθανθώ δροσιά του στα ποδάρια.
Θ' αφήσω στους ανέμους να λουστεί άσκεπο το κεφάλι .
Δεν θα μιλήσω και δε θα σκεφτώ ουδέν μονάχος:
Αλλά άπειρη η αγάπη πλημμυρίζει την καρδιά ,
Και πάω μακριά, πολύ μακριά, σαν αθιγγάνος,
Μέσα απ' τη φύση ευτυχής, σαν σε γυναίκας αγκαλιά.
Sensation Par les soirs bleus d'été, j'irai dans les sentiers, Picoté par les blés, fouler l'herbe menue, Rêveur, j'en sentirai la fraîcheur à mes pieds. Je laisserai le vent baigner ma tête nue. Je ne parlerai pas, je ne penserai rien : Mais l'amour infini me montera dans l'âme, Et j'irais loin, bien loin, comme un bohémien, Par la nature, heureux comme avec une femme.
Arthur Rimbaud
|
Thursday, 15 March 2012
"LES POETES DE SEPT ANS " ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΟ
|
Les poètes de sept
ans
" Les poètes de
sept ans " est le neuvième texte
des poésies qui suivent le cahier de Douai.
Et la Mère, fermant
le livre
du devoir,
S'en allait
satisfaite et très fière, sans voir,
Dans les yeux bleus
et sous le front plein d'éminences,
L'âme de son enfant
livrée
aux répugnances.
Tout le jour il
suait d'obéissance ; très
Intelligent ;
pourtant
des tics noirs, quelques traits
Semblaient prouver
en lui d'âcres hypocrisies.
Dans l'ombre des
couloirs
aux tentures moisies,
En passant il tirait
la langue, les deux poings
A l'aine, et dans
ses yeux fermés voyait des points.
Une porte s'ouvrait
sur
le soir : à la lampe
On le voyait,
là-haut,
qui râlait sur la rampe,
Sous un golfe de jour
pendant du toit. L'été
Surtout, vaincu,
stupide,
il était entêté
A se renfermer dans
la fraîcheur des latrines :
Il pensait là,
tranquille et livrant ses narines.
Quand, lavé des
odeurs
du jour, le jardinet
Derrière la maison,
en hiver, s'illunait,
Gisant au pied d'un
mur, enterré dans la marne
Et pour des visions
écrasant son oeil darne,
Il écoutait
grouiller
les galeux espaliers.
Pitié ! Ces enfants
seuls
étaient ses familiers
Qui, chétifs, fronts
nus, œil déteignant sur la joue,
Cachant de maigres
doigts jaunes et noirs de boue
Sous des habits
puant l
a foire et tout vieillots,
Conversaient avec
la douceur des idiots !
Et si, l'ayant
surpris
à des pitiés immondes,
Sa mère s'effrayait
; les tendresses, profondes,
De l'enfant se
jetaient
sur cet étonnement.
C'était bon. Elle
avait
le bleu regard, - qui ment !
A sept ans, il
faisait des romans, sur la vie
Du grand désert, où
luit la Liberté ravie,
Forêts, soleils,
rives,
savanes ! - Il s'aidait
De journaux illustrés
où, rouge, il regardait
Des Espagnoles rire
et des Italiennes.
Quand venait, l'œil
brun,
folle, en robes d'indiennes,
- Huit ans - la
fille
des ouvriers d'à côté,
La petite brutale,
et
qu'elle avait sauté,
Dans un coin, sur
son dos
en secouant ses
tresses,
Et qu'il était sous
elle,
il lui mordait les fesses,
Car elle ne portait
jamais
de pantalons ;
- Et, par elle
meurtri
des poings et des talons,
Remportait les
saveurs
de sa peau dans sa chambre.
Il craignait les
blafards dimanches de décembre,
Où, pommadé, sur
un guéridon d'acajou,
Il lisait une Bible
à la tranche vert-chou ;
Des rêves
l'oppressaient
chaque nuit dans l'alcôve.
Il n'aimait pas Dieu
;
mais les hommes, qu'au soir fauve,
Noirs, en blouse,
il voyait rentrer dans le faubourg
Où les crieurs, en
trois roulements de tambour,
Font autour des
édits
rire et gronder les foules.
- Il rêvait la
prairie
amoureuse, où des houles
Lumineuses,
parfums sains, pubescences d'or,
Font leur remuement
calme et prennent leur essor !
Et comme il
savourait
surtout les sombres choses,
Quand, dans la
chambre
nue aux persiennes closes,
Haute et bleue,
âcrement
prise d'humidité,
Il lisait son roman
sans cesse médité,
Plein de lourds
ciels ocreux
et de forêts noyées,
De fleurs de chair
aux bois sidérals déployées,
Vertige,
écroulements,
déroutes et pitié !
- Tandis que se
faisait la rumeur du quartier,
En bas, - seul, et
couché
sur des pièces de toile
Écrue, et
pressentant violemment la voile !
|
Ποίημα
Οι ποιητές των επτά ετών "Οι ποιητές των επτά ετών" είναι το ένατο ποιητικό κείμενο που ακολουθεί μετά «Το Τετράδιο του Douai». Και η Μητέρα, κλείνοντας τις εργασίες στο συρτάρι, έφυγε πολύ ικανοποιημένη κι υπερήφανη, χωρίς να πάρει καν χαμπάρι, μες στα γαλανά ματάκια κάτω απ’ του μετώπου τις εκφραστικές ρυτίδες, που η ψυχή του βλασταριού της παραδίδονταν στις καταιγίδες. Όλη την ημέρα ίδρωνε μ’ υπακοή ΄ ήτανε πολύ ευφυής ΄ κείνοι οι σκιώδεις μορφασμοί, ήτανε σημάδια που έδειχναν ποτάμι υποκρισίες. Τις κρυφές του διάδρομου τις νοτερές γωνίες, περιδιάβαινε, έβγαζε τη γλώσσα, σφίγγοντας στη μέση τις γροθίτσες,
μέχρι τα κλειστά ματάκια να ιδούν τελίτσες.
Απ' την ανοιχτή την πόρτα στο σκοτάδι: με το φως της λάμπας θα τον δείτε, εκεί, γλιστρώντας πάλι από τη ράμπα, ή για ένα του πρωινού παιχνίδι κρεμασμένο απ’ το ταβάνι. Το καλοκαιράκι πάλι, νικημένος, χαζεμένος, επιμένει κλειδωμένος στη δροσιά του μπάνιου: διαλογίζεται, ήσυχος σκαλίζοντας τη μύτη. Κι όταν, καθαρό απ’ τις μυρωδιές της μέρας, το αίθριο πίσω από το σπίτι, το χειμώνα, φεγγαρολουζόταν, στηριγμένο στα ριζά του τοίχου, μες σ’ αγριοτριανταφυλλιές θαμμένο
και κατάλληλο για οράματα, που εκρήγνυνται στο
μάτι του το θολωμένο,
που άκουγε να θροΐζουν στις συστάδες τα δεντράκια. Κρίμα! Αυτά μονάχα τα παιδάκια είχε φιλαράκια
Που, μπασμένα, ασκεπή, με κατακόκκινο
όμμα,
Κρύβοντας λεπτά δάχτυλα κιτρινόμαυρα απ’ τη βρώμα φόραγαν λερά ρούχα γερόντων, ομιλώντας με ευγένεια ηλίθιων όντων! Και έχοντας γεμίσει λύπες βρωμερές, τη μητέρα τρόμαζε ΄ οι ευαισθησίες οι μπόλικες, Του παιδιού όρμαγαν σ' αυτή την εμπειρία. Ήτανε καλή. Είχε γαλανά μάτια κι αυτή, που ‘λέγαν παραμύθια! Στα χρόνια τα επτά του, γράφει μυθιστόρημα για τη ζωή τη μεγάλη την ερημική, όπου λάμπει Λευτεριάς πνοή Για τα δάση, ήλιους, ποταμιές, σαβάνες! Τον βοηθούσαν τα περιοδικά μ' εικόνες, όπου κοκκινίζοντας κοιτούσε γελαστές Σπανιόλες κι Ιταλιάνες Όταν έρχονταν, καστανομάτα, εντελώς τρελή, μ’ένα φουστάνι σαν Ινδιάνα - και χρονών οκτώ–των εργατών κορίτσι δίπλα,
κείνη η μικροκαμωμένη αγροίκα, που πηδούσε σαν τη γάτα,
στις γωνίες, πάνω στη δική του την πλατούλα, αναδεύοντας ατίθασα πλεξούδια, κι ήταν κάτω της, της δάγκωνε τα μπούτια, γιατί αυτή ποτέ δεν φόραε παντελόνι ΄μαυρισμένος με γροθιές κι με τακούνια κέρδιζε της σάρκας αίσθησες μες στο σεντόνι. Έτρεμε χλωμές τις Κυριακές Δεκέμβρη, που σαν λαδωμένος ποντικός, πάνω σε βάθρο από ακαζού, διάβαζε μια Βίβλο απ'έξω χρώμα λάχανου΄ Καταπίεζε όνειρα κάθε βράδυ στο κρεβάτι. Δεν αγάπαγε πια το Θεό, μα τους άντρες, που τις καστανόξανθες βραδιές, μαυριδεροί, με φόρμα εργάτη, έβλεπε να επιστρέφουν στο προάστιο, ή τους φωνακλάδες, που με τύμπανο, περιγελούσαν διαταγές και συνταράσσαν τους γειτόνους.Ονειρεύονταν ερωτευμένα τα λιβάδια, όπου φούσκες φωτεινές, υγιείς ανάσες, φουντωτοί κλέφτες χρυσοί αιωρούνταν νηφάλιοι, που απ' την πτήση τους ευδαιμονούσαν ! Κι έτσι ηδονιζότανε σε σκοτεινά λημέρια, όταν, στο γυμνό δωμάτιο με κλειστά τα παραθύρια, το ψηλό,γαλαζωπό, σαν νοτερή αμαρτία, διάβαζε ρομάντζο αφοσιωμένος ατελείωτα κι ήτανε γεμάτο με βαριά ωχρά ουράνια , δάση αμείωτα, σκεπασμένα με νιφάδες αστρικές λαγκάδια, ίλιγγος, κατολισθήσεις, περιπλάνηση και οίκτου χάδια!Κι όσο γίνονταν σούσουρο απ' τους γειτόνους, Κείνος στο ισόγειο μόνος, ξαπλωμένος πάνω σε κομμάτια από σεντόνι
βρώμικα να ψάχνει νά 'βρει επειγόντως μια
βαρκούλα με
πανί μες στο σαλόνι! |
Wednesday, 14 March 2012
WILD ANIMAL
And
so I will scratch this paper
To
do not cut my veins!
I need all my veins, nerves untouched
To
feel my life to the end.
Oh!
I really am a wild creature,
Masochistically
licking my open wounds.
Always
proud.
Once
pain is learning me
Defense.
Awake
and alone.
Alone!
I'd like to look at your eyes,
As
long as I open my own.
But
you didn't let me.
Neither
you, who I adored, you couldn't withstand me...
Monday, 12 March 2012
COLORLESS FEAR
![]() |
| The_Color_of_a_Colorless_Soul_by_Pockypuu |
All these inversions ...
As if looking at the world upside down.
Death,
you dance in the middle of everything undeterred.
you dance in the middle of everything undeterred.
Absolute Ruler...
I will ignore you until the end!
You are as a whole
just ...a colorless hole
In my reality!
I won't accept to paint you
Even BLACK.
The black color was always in my circle.
NOT you!
Subscribe to:
Posts (Atom)


