Σκέπω μες στα φουστάνια τα παιδιά μου
Νυχοπατώ μη μου τα βρουν κρυμμένα
Ωρύομαι με νύχια ματωμένα
Και ολολύζω για τα πεθαμένα
Μ’ άγρια φωνή κραυγάζω στη Σελήνη
Γιατί στο αίμα μου τον Κάιν και τον Άβελ
Άσπονδους γιους διδύμους να μου στείλει
Τις νύχτες που τους πόθους ξεδιψούσα
Βία κι αγνότη πώς να συνταυτίσω
Ορμέμφυτες μες στα γεννήματά μου
Πώς το καλό να μην το αδικήσω
Αν με μανία δεν το υπερασπίσω
Πύρινες γλώσσες φτύνει η ματιά μου
Μισώ ναι, εγώ η μάνα που γεννάει
Τους παιδοκτόνους εισβολείς σκοτώνω
Εκδίκηση μες απ’ τη γη φυτρώνω
Η τρυφερή φιλότιμη παρθένα
Ανάγκας είναι αιμοσταγής εταίρα
Δικέφαλη άτεγκτη στην τιμωρία
Όσων σ’ εκείνη δεν ποιούν τιμή και μνεία.


