(σχεδίασμα πρώτο)
Η όραση επιζητά να ψηλαφίσει το θαύμα
στο βαθύ αφροκέντητο γαλάζιο.
Αποτινάσσει την έπαρση κι ερωτεύεται
σεμνά, χωρίς τεχνάσματα του νου, δίχως λέξεις.
-Σιγή, ομογάλακτη αδελφή της σοφίας …
στου ουρανού τ’ αλώνι ρεμβάζω .
Το κίτρινο, το καφέ, το πράσινο, τ’ άσπρο,
αρμονικά συνυπάρχουν χυμένα
σε πίνακα θεϊκού εντολοδόχου
σμιλεμένα με ιδρώτα και αίμα.
-Τάμα θνητών τε και αθανάτων-
Κι οι αρχάγγελοι από ψηλά ψιθυρίζουν
για το αρχαίο πολυθρύλητο κάλλος.
Εικόνες αγίων, λιβανωτός και πέτρα
απ’ το καμίνι του Ηφαίστου βγαλμένη
με την αρχαία σκουριά των Τιτάνων ...
Φτερωτοί θορυβώδεις εργάτες,
στην ιερή τους μέθη παραδομένοι,
στης κάπαρης τον ανθό ξαναστήνουν
τον τρελό τους χορό, εκστασιασμένοι.
Ο Πάνας με τον αυλό του εισάγει τους μύστες
σ’ εαρινού συμποσίου διονυσιακή πανδαισία …
-Στα μέρη που στου έρωτα τη σαγήνη
παγιδεύεται πιότερο ο χρόνος,
φιλήδονα οι κηρύθρες στάζουν το μέλι
και ρέει απ’ τους κρατήρες η αμβροσία
στο γιορτινό της φύσης τραπέζι.
Οι Νύμφες, φανερά διχασμένες ακόμα,
του Ποσειδώνα διηγούνται τον άθλο
καθώς νωχελικά ξαποσταίνει η Σελήνη
στου Αιγαίου τους φιλόξενους κόλπους.
Κι η Δέσποινα, η Κυρά, κοιτά δακρυσμένη
στο λυκόφως από τ’ άντρο της πάνω
το Γίγαντα που ψυχομαχεί χωρίς να πεθαίνει …
Έγειρα μεθυσμένος ευλαβικά να φιλήσω
με της αλμύρας την πίκρα στο δέρμα
μια φούχτα γης, μια φούχτα χώμα …
Και η καρδιά μου συνεταράχθει ριγώσα,
όταν τα Χερουβείμ τους γκρεμούς αψηφώντας
γλυκοκέλαδα έψαλλαν το: «Τη Υπερμάχω …»
(Νίσυρος 17.07.1993)
(Δημοσιεύτηκε στην ομάδα του Facebook "ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ... από τον Φαίδωνα Θεοφίλου")



