Καλώς ήλθατε!

Καλώς ήλθατε!

Sunday, 6 March 2016

“ΛΕ ΚΟΡΜΠΟ Ε ΛΕ ΡΕΝΑΡ”, ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ; (δυο αδελφά διηγήματα)

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο Αίσωπος, μια χοντρή Γαλλίδα δασκάλα, ο καρκίνος κι ο ΟΤΕ; Κι όμως η ζωή συνδέει τα πιο άσχετα πράγματα μ' ένα μαγικό τρόπο.

Τα μάτια του μπάρμπα Γιακουμή έλαμπαν βαθιά στις κόγχες. Ο καρκίνος και τα χρόνια δεν είχαν καταφέρει να διαβρώσουν την αδρή του όψη, μείγμα ενός λεβέντικου μακεδονικού αέρα και μιας τσαχπίνικης μικρασιάτικης ιδιοσυγκρασίας. Ψηλός, καλοντυμένος.

Είχα ίσαμε δέκα χρόνια να τον δω. " Στρογγύλεψες. Έδεσες", μου λέει, "Δείχνεις γυναίκα πια. Μ' αρέσεις. Μπράβο". Το βλέμμα του είχε ένα ταλέντο να χαϊδεύει, όποια κοίταζε, πράγμα που φανερά εξόργιζε την τροφαντή, χρυσοχέρα, ηλικιωμένη πια, γυναίκα του, κι ας της ήταν απόλυτα αφοσιωμένος, "μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος". Την είχε παντρευτεί, όταν εκείνη ήταν μια κουκλίτσα δεκαοχτώ χρόνων. Εκείνος αρκετά μεγαλύτερός της. Περίπου μια δεκαετία. Ο γάμος τους πέρασε από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη των αυστηρών κουνιάδων της, που δεν τη χώνεψαν ποτέ τους. Εκείνη ήταν στρουμπουλή κι αραχτή, της άρεσε η ζωγραφική, η χειροτεχνία, η ξάπλα, η καλή ζωή... Τέχνες ακατανόητες στις κουνιάδες, που βρωμιάρα την ανέβαζαν, κλέφτρα την κατέβαζαν κι ασχολούνταν με το αν έστρωνε κολαρισμένα τα πετσετάκια στο σαλόνι ή αν βρήκαν ασκούπιστο το δρόμο και το μπαχτσέ. Η μικρή προφανώς επιβλήθηκε. Εκείνος βρήκε στη γυναίκα του ό,τι δεν έβρισκε ποτέ στην οικογένειά του, ελευθερώθηκε. Αλλά, όταν βρίσκονταν όλοι μαζί στο δικό του οικογενειακό περιβάλλον, όλη αυτή η δια βίου μάχη, ήταν προφανές ότι άφησε κάποια κατάλοιπα άμυνας, ένθεν και ένθεν.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ο μπαρμπα Γιακουμής είχε τελειώσει τη νέα χημειοθεραπεία. Είχε καρκίνο στον προστάτη. Είχε κάνει μετάσταση και στα οστά. "Ήμουν κακότυχος, αλλά δεν πρόσεχα κιόλας. Οι γιατροί μου δίνουν πέντε χρόνια ζωή, αν δεν κάνει μετάσταση", σχολίασε, θέλοντας να με ενημερώσει για την κατάσταση. Έβλεπε στο βλέμμα μου ότι το είχα ανάγκη. Τον κοιτούσα σα χαζή, μη πιστεύοντας ό,τι έλεγε. Σχολίαζε ό,τι τον καθένα θα έριχνε σε μια φοβερή φοβία θανάτου, με μια απίθανη ειλικρίνεια. Σαν να μου έλεγε πώς ξεράθηκε η τριανταφυλλιά στον κήπο του, φέτος την άνοιξη.
Τώρα, πώς φύτρωσε ανάμεσα σ' όλους αυτούς κι αμφίδρομα ο άγριος κισσός της αγάπης και τους περιέπλεξε, πώς, παρά τις εξωτερικές διαφορές τους, εσωτερικά αλληλο-αφομοιώθηκαν με το χρόνο κι είχαν κιόλας ανάγκη ο ένας τους άλλους, ανέκαθεν αποτελούσε ένα άλυτο μυστήριο και ταυτόχρονα ένα θαύμα για εμένα... Ήθελαν με μανία να βλέπονται, να μένουν ένα διάστημα μαζί, κατά καιρούς, όσο άντεχαν- συνήθως τελικά έφευγαν κακήν κακώς πριν, απ' ό,τι υπολόγιζαν, μαλλιοτραβηγμένοι, αλλά ανανεωμένοι, ανατροφοδοτώντας αενάως τον οικογενειακό μύθο με άπειρες περικοκλάδες και δαιδαλώδεις λαβύρινθους - έμεναν μαζί, όσο άντεχαν, μέχρι την επόμενη φορά.
Μίλησε υψώνοντας τη φωνή και ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, για να δει, αν τον πρόσεξε η ομήγυρη. Άφησε το απαραίτητο χρονικό κενό, για να κεντρίσει την προσοχή, αναστενάζοντας βαθιά κι ύστερα, καθαρίζοντας το λαιμό του, είπε: "Να... Κάτι πήρε τ' αυτί μου τελευταία ότι ο Άγιος Πέτρος ζητά κι αυτός Ε9 για να μπεις στον Παράδεισο...". Στην παρέα όλοι χαμογέλασαν αμήχανα, ενώ αυτός απτόητος συνέχιζε, με τη βαριά βραχνή φωνή του, την τόσο καλλικέλαδη σε ύμνους βυζαντινούς, συνέχιζε με φανερό πλέον σκωπτικό ύφος: "Αν δει τα κτήματα, βρε παιδί μου, στο χωριό, τα σπίτια, το εξοχικό θα μ' αφήσει να περάσω; Άσε άμα δεν προσέξει εκείνο το 20%, στο πατρικό μας αρχοντικό, στο χωριό, και μου χρεώσει ολόκληρο κτίσμα 340 τετραγωνικά! Πάει τότε, την έβαψα...". Ένα ολόκληρο μάθημα ζωής ήταν ο μπάρμπας μου...
Προφανώς πολύ ανώριμη ακόμα εγώ και συναισθηματική, μια που πρόκειται για έναν άνθρωπο που αγαπώ και ποτέ δε χόρτασα σαν παρουσία, πετάχτηκα:"Τι λες εμείς θα το νικήσουμε, εμείς θα τα κάνουμε δέκα, δεκαπέντε! Θα δεις! ". Με κοίταξε, με την άκρη του ματιού του, με μια υποψία ειρωνείας, κογιονάροντας την άγαρμπη προσπάθειά μου να "με" παρηγορήσω. Χαμογέλασε πονηρά. "Άκου, παιδί μου, δε μετράω το χρόνο εγώ. Δεν έχω ανάγκη να μετράω. Όλη μου τη ζωή πάλευα να ζήσω. Να ΖΗΣΩ! Αυτό κάνω και τώρα. ΖΩ και δε με νοιάζει να μετρήσω, πόσο θα πάει. Απλά τώρα τελευταία με απασχολεί κάτι σοβαρά...". Αμέσως τσίμπησα και τον ρώτησα το τι. Σούφρωσε τα χείλη περισπούδαστα και σήκωσε το δάχτυλο, σα να κήρυττε. Με ξανακοίταξε με ένα αμφίρροπο θεατρινίστικο βλέμμα: "Τελευταία με απασχολεί πολύ... η Δευτέρα Παρουσία..." .

Άλλαξα διάθεση τη μέρα που τον ξαναείδα. Είμαι άτομο βαθιά καταθλιπτικό και η περιρρέουσα κατάσταση στη ζωή μου και στη χώρα, βγαίνοντας από το χειμώνα στην άνοιξη, με είχαν διαλύσει συναισθηματικά στην κυριολεξία. Αυτό το βιολί, σε συνδυασμό με κάποιες προσωπικές αποτυχίες έως γκρεμίσματα, με ωθούσαν κυριολεκτικά στη μαυρίλα. Ένα δυσάρεστο οικογενειακό γεγονός μου έδωσε την ευκαιρία να προσεγγίσω πάλι το Γιακουμή και την οικογένειά του. Στην πράξη εκείνοι με προσέγγισαν κι όχι εγώ εκείνους. Άλλο ένα ελάττωμά μου είναι μια παθητική τάση προς απομόνωση, ίσως παρενέργεια της μελαγχολίας μου. Διστάζω και τελικά δεν καταφέρνω να με πείσω να συναντήσω, συνεχώς αναβάλλω να συναντήσω, ανθρώπους που κυριολεκτικά μου λείπουν πολύ.
Εκείνο το πρωί λοιπόν, ήμουν εντελώς σίγουρη ότι θα βυθιστώ σε άλλη μια τεθλιμμένη παρέα, να καταριέμαι την συγκυρία, που υποτίθεται ότι θα επιβάρυνε με περισσότερες μαύρες πλερέζες τον ήδη βεβαρημένο συναισθηματικό μου κόσμο...Προσπάθησα στην κυριολεξία να κρυφτώ, αλλά, όσο εγώ στην πραγματικότητα είχα επιθυμήσει να τους δω, το είχαν επιθυμήσει κι εκείνοι. Με πήραν τηλέφωνο και με έπεισαν να βιαστώ να πάω να τους συναντήσω... "Δεν έχουμε φαγητό" , μου είπαν, "έτσι μας υποδέχεσαι στα μέρη σου;" Η αλήθεια ήταν ότι είχα ξενυχτήσει να ετοιμάσω ένα παστίτσιο, που θυμόμουν ότι άρεσε στο Γιακουμή, κι ένα γλυκό, που θα ορκιζόμουν ότι θα εντυπωσίαζε τη γυναίκα του, την κυρά Μαλάμω. Θα ορκιζόμουν επίσης πως θα μου ζητούσε και θα έγραφε τη συνταγή, για να το μαγειρέψει στις φίλες της, την άλλη μέρα, στον καφέ.
Πράγμα που όντως έτσι έγινε, αμέσως μετά την κατανάλωση, από μέρους της, του πρώτου κομματιού. "Είναι και νηστίσιμο, Μαλάμω", της είπα, "Μια που ανοίγει το Τριώδιο - εγώ δε νηστεύω - αλλά όλο και κάποιες απ' τις φίλες σου θα τηρούν το έθιμο". Μου είχε δωρήσει, πριν λιγάκι τον Άγιο Αντώνιο, ζωγραφιστό πάνω σε μια κυρτή κεραμική πλάκα, έργο δικό της. Φυσικά επίσης πολλά σοκολατάκια και χειροποίητα γλυκά, ό,τι έπρεπε για τη δίαιτά μου... "Σιγά μη νηστέψουμε εμείς", μου κάνει χαχανίζοντας ειρωνικά "Φαίνεται ότι έχουμε ρέψει στη νηστεία, εδώ δε χωράει η πόρτα να περάσουμε, παρά μόνο πλαγίως και με ρουφηχτή κοιλιά!" Ποτέ της δε χάριζε κάστανα.
Όταν πρωτομπήκα στο σπίτι, μετά το τηλεφώνημα, τους βρήκα να κάθονται στο τραπέζι και να με περιμένουν. Ο Γιακουμής, πάντα στο κέντρο του ενδιαφέροντος, καθόταν σε μια πολυθρόνα με υψωμένο πάλι το δείκτη διδασκαλικά. Αναφωνούσε σε άψογα γαλλικά κάποιους στίχους που ξεκινούσαν με έναν εμφαντικό τίτλο "Λε κορμπό ε λε ρενάρ". Αναγνώρισα αμέσως το ποίημα του Γάλλου ευγενή ποιητή Ζαν ντε λα Φονταίν. Μου έκανε εντύπωση, όμως, το γεγονός ότι ο Γιακουμής ήξερε γαλλικά και μάλιστα απήγγειλε και γαλλική ποίηση! Στην έκφραση του προσώπου μου θα πρέπει να ήταν πασίδηλη η έκπληξη. Αυτό φάνηκε να ενθαρρύνει τον αφηγητή, που συνέχισε τη διήγησή του, προσκαλώντας με να καθίσω.

Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Ήμουν δεν ήμουν δώδεκα ετών, στην πρώτη Γυμνασίου, στην ορεινή κωμόπολή μας. Οι χωριανοί μου ήταν πλούσιοι μετανάστες κι έμποροι. Ο πατέρας μου είχε μόλις φέρει στην πόλη το νερό, μέσα απ' τα βουνά, χάρη στις γνώσεις του στις εργολαβίες, απ' την πατρίδα του στον Πόντο, απ' όπου είχε έρθει πρόσφυγας, λίγο πριν γεννηθώ. Οι ικανότητές του και ο γάμος του με μια ντόπια Μακεδόνα κόρη, τη μάνα μου, αρχοντοπούλα από χρεοκοπημένη γενιά εμπόρων, καθώς και η αγορά και ανακαίνιση του δίπατου παραδοσιακού πέτρινου αρχοντικού, δώδεκα δωματίων, που έγινε μετά το πατρικό μου, μας ανέβασαν κοινωνικά και μας έκαναν σεβαστούς και διάσημους στην ντόπια κοινωνία και τα γύρω χωριά.
Ωστόσο ακόμα θυμάμαι τους ψιθύρους πίσω απ' τα κουρτινάκια "Ήρθαν οι ξένοι και μας πήραν τις δουλειές κι αμόλησαν από καμιά δεκαριά μπασταρδάκια" ή τα παιδιά στο σχολείο που, όταν ζορίζονταν, μας φώναζαν υποτιμητικά "αούτους". Φτάσαμε στο σημείο να αρνούμαστε την καταγωγή μας, λέγαμε ψέματα πως ο πατέρας μας δεν ήταν πρόσφυγας, πως καταγόταν απ’ τη Σκύδρα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου ήξεραν ότι είχε συγγενείς. Σας ορκίζομαι, ακόμα, όταν ακούω τη λέξη "αούτος" ή "Πόντιος", ανατριχιάζω. Δεν έμαθα ποτέ ποντιακά, ούτε χόρεψα τους χορούς τους. Πάντα δήλωνα Μακεδόνας κι ο πατέρας μου πάντα άκουγε τους αμανέδες, που αγαπούσε, στα κρυφά, στο πικάπ ή στο ραδιόφωνο, όταν είχε ντέρτια, με κλειδομανταλωμένα τα παραθυρόφυλλα.
Αυξηθήκαμε και πληθύναμε, δόξα τω Θεώ... Η μάνα μου, ως ξέρετε, έτεκε τέσσερις θυγατέρες και τρεις γιους. Κι εγώ ήμουν ο πρώτος, τέταρτος στη σειρά, απάλλαξα τον μπαμπά μου από τη στράτευση, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος. Αυτός ο πόλεμος, που του πήρε ό,τι ξαναέφτιαξε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το ρίζωμά του στην Ελλάδα. Ωστόσο εμείς, μα με στερήσεις, μα με υπομονή, μεγαλώναμε κι ήμασταν κι άριστοι σ' ό,τι κάναμε. Όλοι αγωνιζόμασταν και κερδίζαμε τον έπαινο. Ποτέ κανέναν δε θα επιτρέπαμε να μας ονομάσει ξανά κατώτερους, "αούτους".
Η πρώτη αδερφή μου έγινε ονομαστή μοδίστρα και η δεύτερη κεντήστρα. Όλη η πόλη σ' αυτές έραβε φορέματα, νυφικά και προικιά κι οι ίδιες πάντα στην τρίχα, πάντα σικ, σκέτα μανεκέν. Αγόραζαν περιοδικά με πατρόν από την κοντινή πόλη, που ξετρέλαιναν τις ντόπιες. Όποια ράβονταν στο σπίτι μας, αμέσως μετρούσε περισσότερο εμφανισιακά. Ό, τι μάζευαν απ’ τα ραφτικά τα κρατούσαν κρυμμένα για την προίκα τους. Η οικογένεια μετά τον πόλεμο και το αντάρτικο ψωμοζούσε. Είχαμε μάλιστα νοικιάσει τον επάνω όροφο του αρχοντικού μας σε έναν γιατρό που μας ήρθε από την πόλη με τη γυναίκα του. Παιδιά δεν είχαν. Έτσι βγάζαμε το κατιτίς απ’ τα ενοίκια.
Η τρίτη αδερφή, περιέργως για την εποχή και τον τόπο, είχε κλήση στα γράμματα. Τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Πάντα ήταν το ίνδαλμα και η ζήλια μου. Πάντα ήθελα να τη φτάσω και να την ξεπεράσω. Είχα κι εγώ μεγάλη κλίση στα γράμματα και παρά την πείνα και τις δυσκολίες μεταπολεμικά, διάβαζα, όπως κι εκείνη, ολημερίς κι ολονυχτίς, με τη γκαζόλαμπα, προσπαθώντας πάντα να είμαι ο πρώτος.
Θυμάμαι πως είχαμε βρει τις κρυψώνες μας ανάμεσα στα καυσόξυλα της τεράστιας αποθήκης, ώστε να μπορούμε να αποστηθίζουμε φωναχτά, χωρίς να ενοχλούμαστε και να ενοχλούμε τους άλλους. Ο πατέρας μου, όταν ερχόταν απ' τη δουλειά, ήθελε απόλυτη ησυχία. Τον τρέμαμε... Ακόμα θυμάμαι το τρεχαλητό των ποντικών και το ροκάνισμά τους δίπλα στ' αυτί μου, που ήταν κι ο μόνος ήχος που άκουγα. Απογευματινό τρώγαμε κρασοπαπάρα, ζυμωτό ψωμί βουτηγμένο στο κρασί, μια που είχαμε αμπέλια. Κι άμα το παρακάναμε στην όρεξη, τότε μας έβρισκε το πρωί, εκεί, αποκοιμισμένους, ανάμεσα στα ξύλα, με τα βιβλία για μαξιλάρι.
Η κωμόπολή μας ήταν ισχυρή, με πολλά κληροδοτήματα των συμπατριωτών μεταναστών, που πρόκοψαν στο εξωτερικό, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ακόμη. Τα κληροδοτήματα έριχναν πολλά λεφτά στην Παιδεία και το σχολείο, ως και καθηγήτρια Γαλλικών μας έφεραν.
Η μαντεμουαζέλ Βιρζινί ήταν Γαλλίδα. Φορούσε ένα καπέλο με βέλο στην εκκλησιά και περίτεχνα μεταξωτά αεράτα φουστάνια. Ήταν δεσποινίς αρκετά περασμένη, εμείς τα παιδιά τη λέγαμε γεροντοκόρη, οι χωριανοί, όποτε περνούσε ψιθύριζαν και κρυφογελούσαν. Όλο κάτι έλεγαν, ότι άλλαξε πολλούς μνηστήρες, αλλά ποτέ κανείς δεν την έπιασε να κάνει τη φημολογούμενη αμαρτία. Φήμες σέρνονταν συχνά και παρότι η μαντεμουαζέλ ήταν αρκετά ευτραφής - "βουνό" την αποκαλούσαμε οι μαθητές - ένας ντόπιος κρεατέμπορας, προφανώς επηρεασμένος από τα κουτσομπολιά και τα λιλιά που φορούσε, την ερωτεύτηκε βαριά. Εκείνη όμως δε φαινόταν να του δίνει σημασία.Έμενε μόνη της κι επειδή δεν ήταν ντόπια, είχε νοικιάσει ένα σχετικά απομονωμένο σπίτι, που οι ιδιοκτήτες του είχαν πεθάνει άκληροι κι έμεινε στ' ανίψια κληρονομιά. Μια φορά την εβδομάδα κατέβαινε, φορώντας το καπέλο της, στην κοντινή πόλη, για να ψωνίσει, λέει , βιβλία και χαρτικά και τότε το σούσουρο φούντωνε κι οι διηγήσεις έδιναν κι έπαιρναν...
Βέβαια πάντοτε έφερνε πίσω βιβλία. Είχε γεμίσει το σπίτι μέχρι το ταβάνι. Όταν μετά από κάποια χρόνια την πήραν στο ίδρυμα στη Θεσσαλονίκη, οι ντόπιοι έβγαζαν κι έβγαζαν βιβλία, βουνά, και τα έκαιγαν στην αυλή, γιατί, αδαείς κι αγράμματοι ως ήταν, ούτε την αξία τους γνώριζαν, ούτε ήξεραν τι άλλο να τα κάνουν. Εκείνη την εποχή, του βιβλιο-κρεμαντορίου, έτυχε να βρίσκομαι εκεί κι έσωσα στα κρυφά καμπόσα, δερματόδετα, πολύ παλιές εκδόσεις, κυρίως θρησκευτικά, γραμμένα χειρόγραφα, με ύμνους, με την παράξενη βυζαντινή μουσική γραφή. Ακόμα τα'χω, ψάλλω ακολουθώντας τους κανόνες τους, μια που το μεράκι κι η περιέργεια μ' ώθησαν να εντρυφήσω στη Βυζαντινή μουσική, εκ Γαλλίδος τίνι τρόπω παροτρυνόμενος...
Τέλος πάντων, ξαναγυρίζω, που ήμουν περίπου δώδεκα και τη Γαλλίδα την είχε ερωτευτεί ένας κρεατέμπορας... Βέβαια, τότε, εγώ αυτό δεν το ήξερα. Είχα τη Γαλλίδα καθηγήτρια στο Γυμνάσιο, που πέρασα μετά από εξετάσεις, και θέλοντας, όπως πάντα, να έχω τον καλύτερο βαθμό, πιο καλό κι απ' της αδερφής μου, που προηγούνταν, ήθελα ο καψερός να είμαι άριστος και στα Γαλλικά!
Εν τω μεταξύ ο κρεατέμπορας λωλάθηκε εντελώς με τη Γαλλίδα, τη μαντεμουαζέλ, το "βουνό"... Όπως έμαθα εκ των υστέρων, ένα βράδυ, που εκείνη γύρισε από την κοντινή πόλη, φορτωμένη πάντα βιβλία, την περίμενε μεθυσμένος, έξω απ' το σπίτι της. Όλη μέρα οι "καλοπροαίρετοι" τον δούλεψαν καλά, για το τι έκανε το αντικείμενο του πόθου και του πάθους του, στολισμένη, μακριά του. Μπούκαρε λοιπόν στο σπίτι της εκείνο το βράδυ, μα πάλι , ως φαίνεται, εκείνη δεν δέχτηκε να υποκύψει στις προθέσεις του.Την έσπασε λοιπόν στο ξύλο κι εκείνη το ίδιο, ως πάλι φαίνεται, γιατί ήταν και δυναμωμένη... Το θέμα είναι ότι εκείνος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του, μα την άλλη μέρα και οι δυο ήταν μαύροι από γρατζουνιές, μπουνιές και γροθιές. Η Μαντεμουαζέλ Βιρζινί εκείνη τη μέρα δεν ήρθε στο σχολείο. Ούτε την υπόλοιπη εβδομάδα. Αλλά δεν κατήγγειλε το γεγονός στην αστυνομία. Ο κρεατέμπορος την απείλησε ότι θα έρθει πίσω με περισσότερους, αν μαρτυρήσει και φαίνεται ότι οι απειλές συνεχίστηκαν σε βάθος χρόνου.Όταν τελικά ήρθε στο σχολείο, το μάτι της γυάλιζε παράξενα, από τότε έπαψε να φέρεται φυσιολογικά, μάλλον άρχισε να φέρεται όλο και πιο αφύσικα. Ώσπου μετά από έξι-εφτά χρόνια, όπως είπα, άντε δέκα, να την πάρουν στη Σαλονίκη και να την κλείσουν στο τρελοκομείο στο Πανόραμα. Από κει και πέρα κανένας δεν έμαθε τίποτε ξανά γι' αυτήν.
Έλα όμως που, ώσπου να πάθει και να την πάρουν, δίδασκε σε μας (και σε εμένα) Γαλλικά! Το αποτρόπαιο συμβάν, που τη σημάδεψε, είχε συμβεί στην αρχή της σχολικής χρονιάς, μόλις είχαμε μάθει να διαβάζουμε και να γράφουμε αυτά τα καλικαντζούρια, όπως τα λέγαμε, τους λατινικούς χαρακτήρες, γραμμένους καλλιγραφικά, όπως συνηθιζόταν στη γαλλική γλώσσα.
Έρχεται λοιπόν, ένα πρωί, η Γαλλίδα, στην τάξη, και μας λέει πως σε τρεις μέρες θα ήταν η επέτειος της Γαλλικής Επανάστασης. Ήθελε, λέει, για να δείξει στο διευθυντή την πρόοδό μας , να βάλει τον καλύτερο μαθητή να απαγγείλει απέξω ένα ποίημα στα γαλλικά! Απευθύνθηκε πρώτα στα κορίτσια, που ήταν συνήθως πιο επιμελείς στην ξένη γλώσσα, αλλά εκείνες διαμαρτυρήθηκαν εντόνως, λέγοντας ότι ο καλύτερος μαθητής ήμουν εγώ! Έτσι γινόταν, όποτε ήθελαν να ξεφύγουν από κάποια αγγαρεία. Μόνο τότε άκουγα επαίνους από τους συμμαθητές μου για τις υψηλές μου επιδόσεις στο σχολείο. Κατά τα άλλα αυτές χρησιμοποιούνταν ως θέμα χλεύης στις μεταξύ μας παρέες. Αγροτόπαιδα βλέπετε... Εν πάσει περιπτώσει, μου χαμογελούσαν ικετευτικά τα κορίτσια θυμάμαι, ήθελα και λίγο να κάνω τον καμπόσο, τον ήρωα, δέχτηκα. Όχι, πως τότε είχαμε και πολλά περιθώρια αντιρρήσεων... Η Γαλλίδα μου είπε να πάω το απόγευμα στο σπίτι της για να μου διδάξει και να μου δώσει το ποίημα. Μου τόνισε μάλιστα πως, αν την κοροϊδέψω και δεν πάω, θα με κόψει οριστικώς στα γαλλικά!
Φόρεσα κι εγώ, ο καημένος, τ' απόγευμα, τα καλά μου, αφού πλύθηκα να μη της μυρίζω, της μαντεμουαζέλ, και ανηφόρισα κατά το έρμο το σπιτικό της, σαν τον κατάδικο... Όταν έφτασα και χτύπησα την πόρτα, στην αρχή δε με άκουσε. Σκέφτηκα πως θα με κόψει στο μάθημα και χτύπησα κι εγώ, όσο πιο δυνατά μπορούσα. Με υστερική φωνή από μέσα, η μαντεμουαζέλ, φώναζε φοβέρες για να φύγω. "Ποιος είναι; ΦΥΓΕ ΤΕΡΑΣ, ΔΕ ΣΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΟΥ ΜΟΥ 'ΚΑΝΕΣ; ΦΥΓΕ! ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ;" Και δώστου να φωνάζω εγώ απέξω με την ψιλή ακόμη φωνούλα μου κι εκείνη να με διώχνει. Είδα κι έπαθα να της δώσω να καταλάβει ποιος ήμουν, άσε που είχα σχεδόν κατουρηθεί, επάνω μου, απ' το φόβο μου!
Τέλος πάντων, τελικά την κατάφερα και μου άνοιξε. Με έβαλε μέσα και ξανατρόμαξα. Το σπίτι ήταν άνω κάτω, βιβλία πεταμένα παντού, με εμφανή τα σημάδια πάλης. Αλλά περισσότερο τρόμαξα από το πλήθος αυτών των βιβλίων. Προφανώς δεν είχα ιδέα τι της είχε συμβεί. Όλα αυτά φάνταζαν στο μυαλό μου σα μια τεράστια τρέλα, ένα θρίλερ, που βίωνα και έπρεπε να βγάλω εις πέρας, για να μη ντροπιαστώ.
Έβγαλε ένα βιβλίο από μια ανύποπτη κόγχη και το άνοιξε δείχνοντάς μου το ποίημα, που έπρεπε να απαγγείλω. "Διάβασε" διέταξε. Τι να κάνω τώρα εγώ; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αυτά τα καλικαντζούρια μου φαίνονταν ότι χόρευαν στη σελίδα και το ποίημα φάνταζε τεράστιο, όσο ένας μαραθώνιος! Άσπρισα και ξεράθηκε το στόμα μου, δεν μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη, προφανώς το κατάλαβε. "Κάτσε" , μου λέει, "θα στο διαβάζω, στίχο-στίχο, πρώτα εγώ κι εσύ θα επαναλαμβάνεις. “Λε κορμπό ε λε ρενάρ”...". Πού να γυρίσει, όμως, εμένα η γλώσσα μου να διαβάσω τα αλαμπουρνέζικα; Εκεί που ένιωσα να λύνονται τα γόνατά μου, άκουσα να χτυπούν δυνατά το μάνταλο και σώθηκα. "Να πάω να δω ποιος είναι, μαντεμουαζέλ;" Ήταν ευτυχώς ο γιατρός και δεν μπορούσα να μείνω. Η μαντεμουαζέλ με ξαναδιέταξε να το μάθω απέξω και να της το πω την επόμενη μέρα μπροστά στο διευθυντή, αλλιώς είπε, ήξερα τι θα μου συνέβαινε..
Πήρα το βιβλίο και έφυγα τρέχοντας. Ένιωσα ότι ξέφυγα από το στόμα του λύκου, αλλά ο Γολγοθάς μου, δυστυχώς, μόλις τώρα άρχιζε. Διότι, σαν άνοιξα το βιβλίο, μου ήταν αδύνατο να βγάλω λέξη. Διάβαζα μια σειρά, το ‘λεγα τσάτρα πάτρα απ’ έξω, μετά, που μάθαινα τον άλλο στίχο, ξεχνούσα το προηγούμενο... Η ώρα περνούσε και οι προσπάθειές μου απέβησαν άκαρπες... Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Προσπάθησα πιο σκληρά. Ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν απ’ τα δάκρυα και την προσπάθεια. Απελπίστηκα κι άρχισα να κλαίγω γοερά, κρύφτηκα στο κατώι κι οι λυγμοί κι οι φωνές μου αντηχούσαν σαν από μεγάφωνο σ’ όλο το δίπατο σπίτι. Η μάνα μου παράτησε το σκούπισμα στην αυλή και ήρθε ανάστατη να με παρηγορήσει. Τι να κάνει κι αυτή η καημένη, σχολείο δεν είχε πάει, ίσα που ήξερε να διαβάζει...
Απ’ τις φωνές μου θορυβήθηκε και η γιατρίνα, η γυναίκα του γιατρού δηλαδή, που νοίκιαζε στον πάνω όροφο. Κατέβηκε με τη ρόμπα και τα μπικουτί και ρωτούσε τη μάνα μου τι μου συμβαίνει. Εγώ πού να μιλήσω, καταντράπηκα, τη σεβόμασταν τη γιατρίνα και το γιατρό, κι αυτοί μας αγαπούσαν, όσο έμειναν, όπως είπα δεν κατάφεραν να κάνουν παιδιά. “Μια τρελογαλλίδα, στο σχολείο, μου το τρέλανε το παιδί” διαμαρτυρήθηκε η μανούλα μου, περίλυπη, Θεός σχωρέστην. “Του έβαλε να μάθει κάτι μπούρδες φραντσέζικες, τι να ξέρει το παιδί, τώρα άρχισε να μαθαίνει γαλλικά, δεν μπορεί να το διαβάσει αυτό το κατεβατό κι αυτή η παλαβή το απείλησε θα το ρεζιλέψει αύριο μπρος στο διευθυντή! Θα πάω κι εγώ μαζί του και θα κάνω φασαρία, ακούς εκεί να μου το παλαβώσει το παιδί, η τρελοκαμπέρω!”
Εγώ, όσο την άκουγα, άλλο τόσο ούρλιαζα, γιατί ήξερα πως, αν εμφανιζόταν στο σχολείο για παράπονα και της ξέφευγε για τη μαντεμουαζέλ κάνα “τρελοκαμπέρω”, δεν θα κοβόμουν μόνο γαλλικά, αλλά θα θύμωνε όλος ο σύλλογος των καθηγητών, θα με κούρευαν γουλί, θα με διαπόμπευαν μπροστά σ’ όλους τους συμμαθητές και θα με απέβαλλαν δια παντός απ’ το σχολείο. Πού να ξέρει η μάνα, τι αυστηροί ήταν αυτοί οι καθηγητές με τους “ανυπόταχτους”. Έβλεπα τους συμμαθητές μου ήδη να κρυφογελούν και ειδικά τις συμμαθήτριες να ψιθυρίζουν: “Εμ αούτος δεν είναι; Τι περίμενες; Κατακάθι της κοινωνίας! Απόβλητος! Αλήτης!” Στα παιδικά μου μάτια η τρίχα έγινε τριχιά, τόσο που, η θλίψη που ένιωσα, ακόμα με κυριεύει, καμιά φορά, στα όνειρά μου. Τότε , όπως ο από μηχανής Θεός στις Αρχαίες Τραγωδίες, που διάβασα αργότερα, ή ως η πρώτη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού στα παιδικά μου μάτια, εδόθη η λύση του εφηβικού μου δράματος...
“Μη κλαις, παιδί μου, ξέρω εγώ γαλλικά. Θα στο διδάξω εγώ το ποίημα κι αύριο θα το ξέρεις τέλεια. Μάλιστα θα γνωρίζεις τι σημαίνει και το περιεχόμενό του. Μην ανησυχείς!”. Η κυρά γιατρίνα είχε καταδεχτεί να τρυπώσει στο σκοτάδι απ’ το κατώι μαζί μου, ακούμπησε το χεράκι της πάνω στο ταραγμένο κεφάλι μου, παρηγορώντας με και έγινε ο σωτήρας μου. Με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε επάνω, στο σαλόνι τους, με τις βιβλιοθήκες γύρω-γύρω στους τοίχους και το παράξενο ιατρείο του γιατρού, με όλα εκείνα τα εργαλεία για τις εξετάσεις και τις διάφορες επεμβάσεις παραταγμένα. Αισθάνθηκα πως ένας άγγελος με οδήγησε στον παράδεισο. Από την Άβυσσο της αμάθειας, στο Φως της γνώσης.
“Ξέρεις, μικρό μου, τι σημαίνει “Λε κορμπό ε λε ρενάρ”;”, με ρώτησε με τη γλυκιά φωνή της. Είναι σαν να τη ακούω τώρα.“Είναι ο δικός μας μύθος του Αισώπου, ο κόρακας κι η αλεπού, που ένας Γάλλος αριστοκράτης ποιητής, ο Ζαν ντε λα Φονταίν, ζήλεψε την ομορφιά και τη σοφία του και τον έγραψε έμμετρα, για να φτάσει, μ’ αυτό εδώ το βιβλίο, πάλι πίσω, στην πατρίδα του, γραμμένος σε άλλη γλώσσα και να σε κάνει να κλαις, αντί να σε φωτίσει με την ομορφιά του, γραμμένος στην μητέρα του γλώσσα, την ελληνική”.Άρχισε μετά να μου το απαγγέλει και να μου το εξηγεί, στίχο-στίχο και, επειδή φυσικά ήταν αδύνατο να γίνω ξαφνικά γαλλομαθής, εντός μιας νυκτός, μου έγραφε την προφορά των λέξεων με ελληνικούς χαρακτήρες, προσέχοντας όμως να μου τη διδάξει σωστά, ώστε να το απαγγείλω, όπως επιθυμούσα, τέλεια, και να είμαι περήφανος για τον εαυτό μου.
Όπως και έγινε. Την άλλη μέρα η μαντεμουαζέλ καμάρωσε, με το σαλεμένο της μυαλό, μπροστά στο διευθυντή, για τον άριστο μαθητή της - προφανώς κάποιος θα του είχε σφυρίξει ότι η καθηγήτρια δεν ήταν ικανή να διδάξει πλέον και ήθελε να την ελέγξει με αυτό τον τρόπο. Εκείνος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που με έβαλε να το απαγγείλω μπροστά σε όλους τους καθηγητές και τους έκθαμβους συμμαθητές μου. Με απεκάλεσε μάλιστα παιδί-φαινόμενο! Ήμουν ο νέος ήρωας του σχολείου αρκετό καιρό μετά, πριν αποκαλυφθεί ανώδυνα, ότι τα γαλλικά μου στην πραγματικότητα δεν υπερέβαιναν τις γνώσεις των συμμαθητών μου, τις δηλαδή σχεδόν μηδενικές. Τι να μας διδάξει η φτωχή η Βιρζινί, με το αλαφιασμένο μυαλό της. Ανάθεμα στον ξαναμμένο κρεατέμπορα και την άδικη μοίρα των γυναικών ανά τους αιώνες!
Έχει και συνέχεια όμως η ιστορία, μια απροσδόκητη συνέχεια. Σε άλλο πλαίσιο και σε άλλο χρόνο. Τα’ χω ξεχάσει πλέον όλα αυτά. Είμαι ενήλικας απόφοιτος της δασοπονίας. Τέλειωσα το στρατό και ψάχνω στη Θεσσαλονίκη για δουλειά. Η στενομυαλιά της κωμόπολης, τα στερημένα παιδικά χρόνια, ο φόβος του στίγματος, η Βιρζινί, η γιατρίνα Άγγελος είναι πλέον πολύ μακριά, ίσως και “στας αιωνίους μονάς”... Πουθενά δουλειά. Αυτό είναι πλέον το πρόβλημά μου. Ο πατέρας μου κατέληξε μετανάστης στην Αμερική. Ό,τι βγάζει το στέλνει για να παντρευτούν επιτέλους τα κορίτσια. Εγώ πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνος. Σηκώνω τα μάτια ψηλά, αλλά βοήθεια από πουθενά. Έχω φτάσει στο όριο της φτώχειας. Απελπισμένος δηλώνω υποψήφιος στις εξετάσεις του ΟΤΕ, μπας και τα καταφέρω, προαπαιτούμενη η γνώση ξένης γλώσσας, δηλώνω εξέταση στα γαλλικά, αν και δεν σκαμπάζω γρι...
Τότε για δεύτερη φορά ανακαλύπτω ότι ίσως υπάρχει Θεός. Εξέταση στα γαλλικά. Κοιτάζω το κείμενο. “Λε κορμπό ε λε ρενάρ”. Μετάφραση... Τα παιδικά μου χρόνια, η Βιρζινί, η γιατρίνα -άγγελος, η απαλή φωνή της περνούν σαν αστραπή ξαφνικά μπροστά μου. Τα μάτια μου τσούζουν απ’ τα δάκρυα, όπως εκείνη τη μέρα στο κατώι. Αλλά δεν είναι δάκρυα πανικού, μα νοσταλγίας, συγκίνησης, ευγνωμοσύνης.
Τελικά δεν πέρασα τις εξετάσεις του ΟΤΕ. Η καριέρα μου εξελίχτηκε προς το καλύτερο, έκανα το πιο υγιεινό επάγγελμα που υπάρχει και το πιο ευεργετικό για τη χώρα μου. Σε λίγους μήνες ήρθε ο διορισμός μου ως δασικός. Δεν πέρασα λοιπόν στις εξετάσεις του ΟΤΕ. Αλλά σίγουρα , λόγω τιμής, δεν κόπηκα στα γαλλικά. ...........................................#ChrV

Jean de la FontaineLe Corbeau et le Renard

Maître Corbeau, sur un arbre perché,
tenait en son bec un fromage.
Maître Renard, par l'odeur alléché,
Lui tint à peu près ce langage :
"Hé ! bonjour, Monsieur du Corbeau.
Que vous êtes joli ! que vous me semblez beau !
Sans mentir, si votre ramage
Se rapporte à votre plumage,
Vous êtes le Phénix des hôtes de ces bois."
A ces mots le Corbeau ne se sent pas de joie ;
Et pour montrer sa belle voix,
Il ouvre un large bec, laisse tomber sa proie.
Le Renard s'en saisit, et dit : "Mon bon Monsieur,
Apprenez que tout flatteur
Cette leçon vaut bien un fromage, sans doute. "
Le Corbeau, honteux et confus,
Jura, mais un peu tard, qu'on ne l'y prendrait plus.
Ο Κόρακας κι η Αλεπού
Ο κυρ Κόρακας σε δέντρο αραγμένος,
Κρατούσε στο ράμφος του ένα τυρί.
O κυρ Άλεπος απ' την οσμή του λιγωμένος,
Με γλώσσα γλυκιά του παρατηρεί:
"Γεια δε γεια σου Κόρακα Αφέντη .
Πόσ' όμορφος είσαι! Πόσ' ωραίος φαίνεσαι λεβέντη!
Χωρίς παραμύθι', αν το λαρύγκισμά σου
Είναι σαν το φτέρωμα σου,
Είσαι ο Φοίνιξ τούτων των δασών. "
Μ' αυτά τα λόγια, ο Κόρακας ένιωσε πλήρης ευλογιών.
Και για να δείξει την όμορφη φωνή του,
ανοίγει το τρανό του ράμφος , και πέφτει η τροφή του.
Ο άλεπος αρπάζει την και λέει, "Αφέντη μου καλέ,
Μάθε πως κάθε κόλαξ σαν εμέ
δαπάνη του ακροατή επιβιώνει
κι αυτό το μάθημα ένα τυρί, τουλάχιστον χρεώνει. "
Ο Κόρακας μες σε ντροπή και σύγχυση
Ορκίστηκε άλλη φορά να μην την πατήσει από οίηση.
(Μετάφραση δική μου)