Καλώς ήλθατε!

Καλώς ήλθατε!

Wednesday, 6 January 2016

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΟΥ ΑΔΩΝΙΣ




Γνωριστήκαμε καλοκαίρι.
Ήμουν δεκάξι κι ήσουν δεκατεσσάρων.
Ήσουν ο μικρός μου Άδωνις.
Ένας γλυκός κι αθώος ξανθός άγγελος με μελιά μάτια, που δε με φόβιζε καθόλου, όπως οι μεγαλύτεροί σου, που με διεκδικούσαν. Μ' εσένα είχα συνεχώς το πάνω χέρι, τότε μου άρεσε πολύ να μου συμβαίνει αυτό.

Με κοιτούσες και δεν πίστευες πως μπορεί να σε βλέπω σαν τον πρίγκιπα των ονείρων μου.
Όλα πάνω μου ήταν για εσένα υπέροχα, δεν έβλεπες την ακμή, τα κιλάκια , την απειρία μου. Ήμουν η ξανθιά σγουρομάλλα βασιλοπούλα σου, που όταν χαμογελούσε απ' τα χείλη της έρεε μέλι και ροδοπέταλα. Το στήθος μου φάνταζε στα μάτια σου ο παράδεισος, η ανάμνηση του μητρικού θηλασμού στα παιδικά ακόμα χείλη σου. Οι λαγόνες μου ο μαγικός κόσμος των παραμυθιών που σε κατάκλυζε τις νύχτες. Οσφραινόσουν λουλούδια στο πέρασμά μου, μεθούσες και χαμογελούσες ευτυχισμένος.
Ένα βράδυ κάτω από τ' αστέρια με φίλησες κι ύστερα τα ποδήλατα γίναν άσπρα άλογα, που καλπάζαμε πάνω τους, μέρα νύχτα, δίπλα στη θάλασσα, μέχρι να μεταμορφωθούμε σε δελφίνια ανυπότακτα στον κόσμο των μεγάλων.
Τις νυχτιές γινόμασταν πυγολαμπίδες, που χόρευαν γύρω από αναμμένες κλαδαριές στην παραλία. Χρυσόψαρα που έκαναν άλματα διαρρηγνύοντας την αλμυρή μεμβράνη της θάλασσας. Λαμπυρίζοντας μεθυσμένα απ' την ασημόσκονη του φεγγαριού.
Μ' έκανες να αισθάνομαι η θεά του κόσμου σου.Όσο μεγαλώναμε όλοι οι φίλοι σου ήταν ερωτευμένοι μαζί μου. Ήμουν η νεράιδα της παρέας, η έμπνευση της χαράς, του γλεντιού, των τραγουδιών, των αποδράσεών σας. Για εμένα μονομαχούσατε με τη ζωή, βγάζατε τα σπαθιά σας, ανοίγατε τα φτερά σας προς τις μελλοντικές σας κατακτήσεις. Εγώ, Αμαζόνα, συνέχιζα να καλπάζω ανάμεσά σας κι άλλοτε να πετώ. Γινόμουν μητέρα, γυναίκα, παιδί όπως κι όποτε σ' εμένα άρεσε. Το αντικείμενο του πόθου όλων, η μαγισσούλα, το ξωτικό, η ομορφιά. Κι εσύ ο πρίγκιπας του ονείρου μου, με όλους τους ακολούθους σου, αφοσιωμένος μόνο σε εμένα, πίσω μου, να με κυνηγάς.
Έτσι κάπως, χωρίς φόβο, γνώρισα το σώμα μου, την στιγμή που το θέλησα μαζί σου, ακριβώς όταν το γνώριζες κι εσύ. Αυτό που νιώσαμε δεν ήταν έρωτας άγριος ζωώδης κατακτητής, ήταν πουλάκια που τραγουδούν κι ελαφάκια που παίζουν. 
Έζησα αυτό το όνειρο τέσσερα χρόνια. Μου χάριζες κρινάκια και τα φορούσα στα μαλλιά. Συναντιόμασταν καλοκαίρι, Πάσχα, Χριστούγεννα. Έκλεβες απ' τη μάνα σου μπιχλιμπίδια για να με στολίσεις. 
Ήσουν το μωράκι που έπαιζα. Ο Τζοντζόν της Μπάρμπι ψυχής μου, ο κούκλος μου με τα όμορφα ρούχα, το τέλειο πρόσωπο, τους όμορφους τρόπους, ο μικρούλης μου, κρυφός πόθος.
Μεγαλώσαμε όμως. Εσύ ανεξάρτητος φοιτητής Ιατρικής στην Κρήτη. Έκανες τις παρέες σου, τις εκδρομές σου, άλλαζες. Εγώ τελειόφοιτη φοιτήτρια , στο σπίτι μου, στην Πάτρα, απόκτησα τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των συνομηλίκων μου δεσποινίδων. Μπαράκια, ποτάκια, ψηλά τακούνια και χορός πάνω στα τραπέζια μέχρι πρωίας. Τσούρμο οι θαυμαστές ν' ανοίγουν σαμπάνιες, να μου πετάνε πανέρια με λουλούδια, να τα σπάνε για πάρτι μου. Ήρθα κάνα δυο φορές να σε δω. Ήταν σα να έμπαινα για λίγο στο παιδικό μου όνειρο και να ξαναγυρνούσα μετά στην πραγματικότητα. Μου μιλούσες για τα δικά σου όνειρα. Τα μακρόπνοα. Ήθελες να πας μαζί μου στη Σουηδία, να ειδικευτείς στην ψυχιατρική και να δουλέψεις εκεί. Ίσως να γύριζες μετά από χρόνια με δόξα και πολλά λεφτά. 
Δεν ένιωθα πλέον να είμαι το κέντρο των στόχων σου. Ονειρευόμουν να κάνω οικογένεια. Οι γονείς μου είχαν φροντίσει ο δρόμος μου γι'αυτό να είναι στρωμένος. Είχα δυο σπίτια κι εξοχικό ήδη στ' όνομά μου, η ζωή μου στην Πάτρα μου άρεσε, έβρισκα δουλίτσες, πού και πού, από γνωστούς, για να κάνω το κέφι μου, θα έκανα κι ένα μεταπτυχιακό δι' αλληλογραφίας... Κομπλέ! Μόνο ο γαμπρός μου έλειπε. 
Ωπ! Τι είπα;
Κάπως έτσι έγιναν τα πράματα. Απλά, γλυκό μου, μεγαλώνουμε. Πήγα και σε ψυχολόγο. Τον πλήρωσε η μαμά, που ανησυχούσε, για το τι θ' απογίνω στη ζωή με τούτο το παιδικό μου αίσθημα. Ανησυχούν οι μανάδες με τα κορίτσια τους, όσο περνάει ο καιρός. Θέλουν να τα δουν τακτοποιημένα, εγκαίρως, μ' ένα καλό παιδί, με πολλά λεφτά και δουλειά, να δουν εγγόνια. 
Ήταν λοιπόν κι ο ψυχολόγος, όπως σου είπα. Που μου επισήμανε πως φέρομαι ανώριμα. Πως αυτές οι αποστάσεις μεταξύ μας θα μου καταστρέψουν τη ζωή. Πως η δική μου κι η δική σου ζωή δεν ταιριάζουν. 
Ήταν κι ο Γιώργος, ο μελαχροινός, ο ώριμος, ο χουβαρντάς. Που με ξετρέλανε με τα χάδια του, την εμπειρία του, που με έφτασε στο απόγειο του έρωτα, που εμείς δεν προλάβαμε ποτέ να φτάσουμε μαζί...
Αυτά μωράκι μου, οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Μεγαλώνουν κι αλλάζουν οι ανάγκες τους. 
Έκλαψα πολύ...
Μα είμαι πια σίγουρη. Όταν μεγαλώσεις μια μέρα, θα με καταλάβεις κι εσύ. 
Συγγνώμη, μωράκι μου. Συγγνώμη...