Περιμένω στο σταθμό. Καθισμένη πάνω σ΄ ένα βαγόνι αποσκευών.Μια παρέα νεαρών συζητούν ανέμελα, γελούν. Μια κοπελιά χαχανίζει. Είδε λέει ένα κομήτη. Πεφταστέρι ήταν, την πειράζουν οι φίλοι της. Όχι ήταν μεγάλο και φωτεινό, κομήτης ήταν, επιμένει ναζιάρικα εκείνη. Τους χαζεύω.
Φθινοπωρινή ψύχρα. Μια καμπάνα ακούγεται μελωδικά από μακριά. Το ρολόι στη στέγη δείχνει μια παράξενη ώρα, σταματημένο από καιρό."Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού..."
Σ' αυτό το σταθμό, τέτοια ώρα, πριν από αιώνες αποχαιρέτησα τον πρώτο μου έρωτα κλαίγοντας απαρηγόρητη. Πάντα όταν έρχομαι εδώ, φοβάμαι ότι κάπου, κάπως θα πέσω πάνω του. Θα μορφάσω και θα εκτεθώ. Ωστόσο ούτε καν θα τον αναγνώριζα. Δε θυμάμαι το πρόσωπό του. Θυμάμαι μόνο τα μάτια του. Δακρυσμένα, αλλά σκληρά. Με είχε πετάξει απ' την καρδιά του. Με κοιτούσε απ' το παράθυρο του κουπέ μου μέχρι την αναχώρηση. Τα τελευταία λόγια του: " Πρέπει να σ' έχω κάνει να μισήσεις τους άντρες..."
Ε λοιπόν, δεν τους μίσησα. Τίποτε στη ζωή τελικά δεν είναι μόνιμα τραγικό. Όλα εξομαλύνονται. Αυτό είναι ίσως το μόνο τραγικό.
Αγάπησα ξανά και πάντα πολύ. Συνήθως εις βάρος μου. Μάλλον, δεν ξέρω. Ίσως συνήθως εις βάρος τους. Αδιευκρίνιστο... Το πιο πιθανό εις βάρος κανενός.
Η καμπάνα χτυπάει ένα τέλος πάλι.
Τα μακριά σου μαλλιά. Ο αέρας τα έπαιρνε, τ' ανακάτευε, έμπαιναν μέσα στα μάτια σου. Τα παραμέριζες ανήσυχος για να με δεις. Με περίμενες. Φαινόσουν τόσο κουρασμένος. Ήθελες να σηκώσεις τη βαλίτσα μου. Ήταν βαριά, είχα τύψεις. Ήθελα να συναντήσω τα χείλη σου. Ακόμα μια φορά, ήταν τόσο απαλά, σα να φιλούσα τα χειλάκια ενός βρέφους. Κι η αγκαλιά σου... Χωρούσα ολόκληρη μέσα.
Με περίμενες. Ήταν τόσο προφανές πώς με περίμενες. Σαν τη βροχή, που τόσο αγαπάς. Σαν τον άνεμο, που παρασύρει τη σκόνη. Το παρελθόν. Με περίμενες σα να μη πίστευες ότι θά 'ρθω. Αχ, πόση ανάγκη είχα να με περιμένεις!
Η καμπάνα σημαίνει ένα ακόμα τέλος. Θέλω να σταματήσει. Μα τι νόημα έχει; Αυτός είναι ο ρόλος της. Να χτυπάει. Και το τέλος πάντα έρχεται...
Πόνος! Κεραυνός. Δε μπορώ πια να διακρίνω, αν αυτό ήταν το τέλος ή η αρχή. Ήταν τόσο σιμά αυτό το τέλος με την αρχή! "Είσαι τόσο διαφορετική σήμερα", μου είχες πει. Έψαχνες τρόπο να μ' αγγίζεις συνέχεια. Ανυπόμονα. Σα να βιαζόσουν. Σα να είχες λίγο χρόνο. Σα να είχες ήδη αποφασίσει. Να είχες ήδη δει...
Εγώ όμως ποτέ δε σε χόρτασα. Για εμένα δεν είχε νόημα ένα τέλος. Μόνο το διαισθανόμουν.
Μου είπες, "πρέπει να φύγω". Ήταν η τελευταία φορά, που σε είδα. Ήθελες να περάσεις όλο το βράδυ μαζί μου. Αναστέναζες όλη νύχτα στην αγκαλιά μου σαν παιδί.
Το ξημέρωμα στη βεράντα είδα τον ήλιο ν' ανατέλει ανάμεσα στις κεραίες κι ένιωσα την ψυχή μου να δύει, μόνη ένιωσα την αρχή του τέλους.
Ένιωσα το νήμα, που ένωνε τις ψυχές μας, να γίνεται μίτος, να σ' οδηγεί στο δνοφερό λαβύρινθο, απ' όπου δε σε είδα να βγαίνεις ξανά. Πολεμάς. Πολεμάς ακόμα το Μινώταυρο. Ήσουν τόσο κουρασμένος, μα θα τον νικήσεις! Ξέχασες όμως ότι σε περίμενα. Ξέχασες πως ήμουν δεμένη στην ψυχή σου. Ξέχασες πως ήμουν το άλλο σου μισό. Πάλευες στα μαρμαρένια αλώνια. Δεν το είπα σε κανέναν, σε κανένα δε σε πρόδωσα. Μόνο κοίταγα τους οιωνούς. Προσπαθούσα να διακρίνω, αν κινείσαι ακόμα, αν αντιδράς.
Πλέον το ξέρω πως δε θέλεις να γυρίσεις πίσω. Κι ας είχες δέσει την ψυχή μου. Πίστεψες από καιρό θα έχει κοπεί το νήμα. Όμως είναι εδώ να την έλκει , να την ξεριζώνει. Όταν πέφτεις, χάνεται κι η δικιά μου ψυχή. Εσύ έκανες το ξόρκι. Εσύ μόνο μπορούσες να το λύσεις. Είναι παράξενο οι άνθρωποι, πόσο δειλοί είναι, σαν πρέπει να πουν αντίο.
Μόνο αυτό ήθελα. Μόνο αυτό. Να με κοιτάξεις με τα ματάκια σου στο χρώμα του βάλτου και να μου πεις: "Φεύγω τώρα. Πάντα ρει..." Να νιώσω το αντίο. Ν' αξίζω ένα αντίο. Να μη χαραμιστεί που σβήνει η ψυχούλα μου. Να οριοθετήσω το μαζί κι όχι απλά να το υποθέτω. Να πω μέχρι εδώ ήταν.
Μη θυμώνεις μ' ό,τι σου λέει η αγάπη μου... Γιατί εγώ αναπόφευκτα φοβάμαι, ό,τι φοβάσαι κι εσύ.Δε δύναμαι να αποστασιοποιηθώ. Είμαι το άλλο σου μισό.
copyright2012 by Chryssa Velissariou









