Εκείνο το σούρουπο, φίλε μου,
είπες πως θες να πετάξεις
στον ουρανό για πάντα.
Ποτέ δεν ξαναοδήγησα...
Είχε ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
ροζ και μαβιά σύννεφα
στο δρόμο με τα δέντρα,
αφού περάσαμε το γιοφύρι των νυμφών...
Χορεύαμε πάντα μαζί τόσο ωραία!
Ένιωθες ότι οδηγούσες αεροπλάνο, είπες.
Ένιωθες ότι πήγαινες σε πανηγύρι
στα σύννεφα
κι είχες μαζί σου, όσους αγαπούσες.
Το προηγούμενο βράδυ γελούσαμε, φίλε μου,
τσουγκρίζαμε ποτήρια στην υγειά της ζωής.
Εμείς οι δυο και τώρα να πεθάνουμε, ζήσαμε, είπες.
Ο πρώτος μου γιος έχει τ' όνομά σου...
Εκείνο το σούρουπο ήμουν κουρασμένη,
μα πήρες τηλέφωνο και δε γίνεται,
ντύσου, σήμερα θα βγούμε όλοι μαζί, είπες...
Μόλις είχα πάρει το δίπλωμα, μα τιμόνι από τότε
στα χέρια μου δεν ξαναέπιασα...
Εκείνο το βράδυ δε γυρίσαμε πίσω.
Το ολοκαίνουργιο δερμάτινο παλτό μου
γεμάτο αίματα
κι εσύ φίλε μου, ξαπλωμένος στον έρημο δρόμο
μ' ένα κινητό στο χέρι.
Καλούσες βοήθεια...
Με φώναζες, πλησίασα.
Με κοίταξες στα μάτια, μ' αποχαιρέτησες,
μου είπες " Να προσέχετε τα παιδιά..."
Κι ύστερα το βλέμμα σου χάθηκε.
Στο νοσοκομείο άκουσα ένα γιατρό να φωνάζει.
"Ο ένας κατέληξε..."
Πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια, φίλε μου.
Χορεύουμε ωστόσο ακόμα συχνά μαζί τα βράδυα.
Δε σ' έχασα ποτέ.
(c)ΧρύσαΒελησσαρίου2013
είπες πως θες να πετάξεις
στον ουρανό για πάντα.
Ποτέ δεν ξαναοδήγησα...
Είχε ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
ροζ και μαβιά σύννεφα
στο δρόμο με τα δέντρα,
αφού περάσαμε το γιοφύρι των νυμφών...
Χορεύαμε πάντα μαζί τόσο ωραία!
Ένιωθες ότι οδηγούσες αεροπλάνο, είπες.
Ένιωθες ότι πήγαινες σε πανηγύρι
στα σύννεφα
κι είχες μαζί σου, όσους αγαπούσες.
Το προηγούμενο βράδυ γελούσαμε, φίλε μου,
τσουγκρίζαμε ποτήρια στην υγειά της ζωής.
Εμείς οι δυο και τώρα να πεθάνουμε, ζήσαμε, είπες.
Ο πρώτος μου γιος έχει τ' όνομά σου...
Εκείνο το σούρουπο ήμουν κουρασμένη,
μα πήρες τηλέφωνο και δε γίνεται,
ντύσου, σήμερα θα βγούμε όλοι μαζί, είπες...
Μόλις είχα πάρει το δίπλωμα, μα τιμόνι από τότε
στα χέρια μου δεν ξαναέπιασα...
Εκείνο το βράδυ δε γυρίσαμε πίσω.
Το ολοκαίνουργιο δερμάτινο παλτό μου
γεμάτο αίματα
κι εσύ φίλε μου, ξαπλωμένος στον έρημο δρόμο
μ' ένα κινητό στο χέρι.
Καλούσες βοήθεια...
Με φώναζες, πλησίασα.
Με κοίταξες στα μάτια, μ' αποχαιρέτησες,
μου είπες " Να προσέχετε τα παιδιά..."
Κι ύστερα το βλέμμα σου χάθηκε.
Στο νοσοκομείο άκουσα ένα γιατρό να φωνάζει.
"Ο ένας κατέληξε..."
Πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια, φίλε μου.
Χορεύουμε ωστόσο ακόμα συχνά μαζί τα βράδυα.
Δε σ' έχασα ποτέ.
(c)ΧρύσαΒελησσαρίου2013







